Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010

Αιλουροειδή (Β' Μέρος)

Η ιστορία των εξημερωμένων αλουροειδών, βάσει των αρχαιολογικών ευρημάτων, ξεκινά στα 7.500 π.Χ. στην Κύπρο όπου οι αρχαιολογικές έρευνες οδήγησαν σε ταφικό μνήμα ανθρώπου μαζί με ένα αιλουροειδές, μάλλον μια αφρικανική αγριόγατα. Αγαλματίδια του 6.000 π.Χ. στην Ανατολία (σημερινή Τουρκία) παριστάνουν γυναίκες να κρατούν γάτες στην αγκαλιά τους. Οι τοίχοι των παλατιών της μινωικής Κρήτης είναι γεμάτοι με αναπαραστάσεις φύσεως, σε κάποια από τις οποίες απεικονίζεται και μια γάτα.

Λεπτομέρεια από τοιχογραφία, 1600-1580 π.Χ. Κρήτη



Λεπίδα από στιλέτο στην οποία απεικονίζεται γάτα να κυνηγά, 1600-1500 π.Χ., Μυκήνες



Από το 1580 π. Χ. εμφανίζεται η λατρεία της γάτας στην Αίγυπτο. H Bastet (ή Pasht από το οποίο λέγεται πως κατάγεται η λέξη puss), προστάτιδα του οίκου, θεά της μητρότητας, της γονιμότητας και άλλων γυναικείων αξιών έχει ανθρώπινη μορφή με κεφάλι γάτας.
Για τους Αιγυπτίους η γάτα αποτελούσε σύμβολο της φωτεινότητος, της ζεστασιάς, της ζωογόνου δύναμης του ηλίου ενώ παράλληλα την αγάπη για την νύχτα, και την λατρεία της σελήνης. Πέρα από την θρησκευτική διάσταση που έλαβε, η γάτα είχε κι έναν άλλο ρόλο, πιο καθημερινό, αυτό της συντροφιάς. Προβλεπόταν εκ νόμου σεβασμός προς αυτήν κι έτσι περνούσε άνετα κι ειρηνικά τον καιρό της.
Αργότερα, γύρω στα 350 π. Χ., η λατρεία της Bastet έσβησε, όμως παραμένουν ευρήματα εικόνων, φιγούρων, φυλαχτών και κοσμημάτων να την θυμίζουν.




Ταριχευμένη γάτα, Αίγυπτος


Στην συνέχεια, εμφανίζονται στην Κίνα, όπου τις υποδέχονται θερμά για την δυνατότητά τους να καταστρέφουν τα επιβλαβή για τις σοδειές ζώα και τις θεωρούν ταιριαστό για τις γυναίκες κατοικίδιο. Ωστόσο, διαδεδομένη ήταν κι η πεποίθηση πως έφερναν φτώχεια στην οικία · δεισιδαιμονία την οποία «θεράπευαν» τοποθετώντας κεραμικές φιγούρες γατών να ατενίζουν κάτι μακρινό. Λατρεύτηκε και ως κινεζική θεότητα, με το όνομα Li Shou, κυρίως από τους αγρότες γιατί προστάτευε τις σοδειές τους από καταστροφικούς οργανισμούς. Θεϊκή υπόσταση προσέδωσαν και στην ικανότητά τους να βλέπουν στο σκοτάδι καθώς πίστευαν πως με τα λαμπερά μάτια τους έδιωχναν τα κακά πνεύματα που κυκλοφορούσαν κυρίως την νύχτα.

Και στην Άπω Ανατολή τιμήθηκαν πολλά είδη γάτας. Πίσω από την επικράτησή τους ως θρησκευτικά ζώα υπήρχε η βουδιστική αντίληψη πως η ψυχή του ανθρώπου φτάνοντας σε ένα υψηλό πνευματικό επίπεδο, περνούσε στο σώμα γάτας όταν εκείνος πέθαινε και έμενε εκεί μέχρι τον επακόλουθο θάνατο της γάτας, μετά τον οποίο περνούσε στον παράδεισο. Έχει αναφερθεί πως μέχρι το 1926, μια γάτα παρέλαυνε στο τελετουργικό του Τάι (τελετουργία για την ενθρόνιση του βασιλιά στην θέση του προκατόχου του).
Στην Ιαπωνία συστήθηκαν από τους Κινέζους στους μεσαιωνικούς χρόνους. Η παράδοση λέει πως οι πρώτες γηγενείς γάτες γεννήθηκαν το 999 στο αυτοκρατορικό παλάτι του Κυότο. Μετά από αυτό το βαρυσήμαντο γεγονός, πήραν την θέση των σκυλιών σαλονιού και λάμβαναν υπερβολική φροντίδα σε σημείο να χάσουν τα ένστικτά τους· το αποτέλεσμα ήταν να πολλαπλασιασθεί ανεξέλεγκτα ο αριθμός των αρουραίων. Μάχες μεταξύ αρουραίων και γατών παρουσιάζονταν μόνο σε τοιχογραφίες και σε χαρακτικά σε πόρτες.

Στην Ινδία οι θρύλοι για τις γάτες συνδέονται με τα δύο μεγάλα έπη Ραμαγιάνα και Μαχαμπαράτα. Η θεά Sasti, σύμβολο μητρότητας, είναι αντίστοιχη της αιγυπτιακής Bastet. Συχνά απεικονίζεται να κάθεται πάνω σε μια γάτα ή άλλο αιλουροειδές. Η φροντίδα τουλάχιστον μίας γάτας στο κάθε σπίτι ήταν θεωρητικά επιβεβλημένη για κάθε ορθόδοξο ινδουιστή.

Στην Ευρώπη έφτασε από την Αίγυπτο. Αντίστοιχες θεότητες της Bastet θεωρούνται η Άρτεμις κι η ρωμαϊκή Diana. Ελληνικές αναπαραστάσεις της γάτας έχουν βρεθεί σε αρχαία νομίσματα και αγγεία. Ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος περιγράφει τα φυσικά χαρακτηριστικά της στο έργο του Naturalis Historia όπου φαίνεται πως η αυτονομία και η απόλυτη στήριξη στον εαυτό της εκτιμούνταν απ' τους Ρωμαίους γι’ αυτό και την αναγορεύουν σε σύμβολο της ελευθερίας. Η επέκταση της αυτοκρατορίας την έφερε κοντά και σε άλλους λαούς της Ευρώπης.


Μωσαϊκό, 1ος αιώνας μ.Χ., Πομπηία



Τον καιρό που αποδεκάτιζε την Ευρώπη η πανούκλα λόγω της εμφάνισης των μάυρων αρουραίων που μεταφέρονταν από την Ανατολή με τα καράβια των σταυροφόρων (που επίσης λέγεται πως έφεραν τις πρώτες μακρύτριχες γάτες στην Ευρώπη) στο τέλος του 11ου αι., εξαπλώθηκε ένας γενικός σεβασμός για τις γάτες αφού αποτελούσαν την μόνη λύση στο πρόβλημα. Γι' αυτό το λόγο χαράχθηκαν σε πέτρες, σε ύβους οροφών, σε ξύλινα καθίσματα μέσα σε καθεδρικούς ναούς και σε εκκλησίες · απεικονίζονταν η επιδεξιότητά τους στο κυνήγι και στην εξόντωση των αρουραίων.

Τον 13ο αιώνα, όμως, ξεκίνησε η καταδίωξη της γάτας λόγω της επανεμφανίσεως της πίστης στη νορδική θεά του έρωτα Freyia και των παγανιστικών τελετουργιών γονιμότητας. Καθώς οι γάτες εμφανίζονταν σε αυτές τις τελετουργίες θεωρήθηκαν στενά συνδεδεμένες με την θεότητα της Freyia, το άρμα της οποίας πιστεύονταν ότι το έσερναν δύο μεγάλες γκρίζες γάτες. Η αφοσίωση του λαού στην Freyia εξόργισε την εκκλησία η οποία στράφηκε κατά της γάτας εκδηλώνοντας μια βαθειά υποψία εναντίον της βασισμένη στο ότι δεν αναφέρεται ούτε μια φορά στη Βίβλο. Ένας παράλογος φόβος απέναντι της αρχίζει να διαδίδεται και να κυριαρχεί εσκεμμένα την Ευρώπη στο όνομα της θρησκείας για τα επόμενα 450 χρόνια. Πολλές χιλιάδες γάτες εξοντώθηκαν γιατί θεωρήθηκαν πράκτορες ή σύμβολα του κακού.
Την ίδια χρονική περίοδο στην Αγγλία της Mary Tudor και της Elizabeth I, καίγονταν δημοσίως ως σύμβολο αιρέσεως. Αμέτρητες γάτες που ανήκαν σε γυναίκες κατηγορηθείσες για μαγεία κάηκαν μαζί με τα αφεντικά τους. Ακόμα, πιστεύονταν πως οι μάγισσες μπορούσαν να μεταμορφώνονται σε γάτες, πεποίθηση που έπαιξε σημαντικό ρόλο στις εκτελέσεις τους.


Παρόλη την σατανική διάσταση που της προσδόθηκε, διάφορα μέρη της ανατομίας της γάτας χρησιμοποιούνταν από μοναχούς της μεσαιωνικής Ευρώπης ως συστατικά μέρη ψευτοφαρμάκων.
Το διαβόητο κακό όνομα της μαύρης γάτας πιθανόν να προέρχεται από τον αρχαίο μύθο της Γαλινθίας, που είχε μεταμορφωθεί σε νυφίτσα και υπηρετούσε την Εκάτη. Η μαύρη γάτα μέχρι τις μέρες μας καλύπτεται από ένα πέπλο μυστηρίου και συνδέεται είτε με καλή είτε κακή τύχη ανάλογα με τις συγκυρίες. Η θρησκευτική προκατάληψη παρήγαγε την δεισιδαιμονία πως είναι προικισμένες με υπερφυσικές δυνάμεις κι είναι άμεσοι πράκτορες του Διαβόλου.

Στην χριστιανική καχυποψία για την γάτα μπορούμε να αντιπαραβάλλουμε την μουσουλμανική αντίληψη βασισμένη στον Μωάμεθ τον ίδιο : λέγεται πως έκοψε το μανίκι της ρόμπας του για να την φορέσει, προκειμένου να μη ξυπνήσει την Muezza, την γάτα που κοιμόταν επάνω του. Γενικά για τους μουσουλμάνους η γάτα θεωρείται από τα πιο καθαρά ζώα γι’ αυτό και την τιμούν ιδιαίτερα.




Επιμέλεια : A.S.

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Νυχτερίδες (Α' μέρος)

Μακρύγλωσση νυχτερίδα που τρέφεται με νέκταρ

Τα λουλούδια που εξαρτώνται από τις νυχτερίδες για την γονιμοποίησή τους έχουν μια.. ιδιαίτερη φήμη. Τα αρσενικά γεννητικά τους όργανα, οι στημόνες είναι αφύσικα μεγάλοι, ενώ παράγουν πολύ μεγαλύτερη ποσότητα γύρης από οποιοδήποτε άλλο λουλούδι. Οι επιστήμονες πίστευαν πως αυτό συμβαίνει επειδή οι νυχτερίδες είναι μάλλον.. αδέξια πλάσματα σε σύγκριση με τα έντομα και τα μικρά πουλιά, με αποτέλεσμα να σπαταλούν μεγαλύτερη ποσότητα γύρης, την οποία θα έπρεπε να μεταφέρουν. Μια νέα έρευνα, όμως, του βιολόγου Νάθαν Μουτσάλα, από το πανεπιστήμιο του Τορόντο (δημοσιεύτηκε στο Science) έρχεται να υποστηρίξει ακριβώς το αντίθετο.
Εκτός από τις εντομοφάγες και φρουτοφάγες, υπάρχουν και νυχτερίδες που τρώνε νέκταρ, βοηθώντας έτσι στον επικονιασμό μερικών εκατοντάδων φυτικών ειδών στην Αμερική και την Ωκεανία. Τα περισσότερα από αυτά τα φυτά εξελίχθηκαν από προγόνους τους που επικονιάζονταν μέσω του κολιμπρί (http://pathofentropy.blogspot.com/2009/05/blog-post_28.html) και τώρα παράγουν επταπλάσια ποσότητα γύρης από τα άνθη που συνεχίζουν να εξαρτώνται από τα μικροσκοπικά αυτά πουλιά. Γιατί προέκυψε αυτή η "μετάλλαξη" ; Προκειμένου ν' απαντήσουν στο ερώτημα αυτό, ο Δρ Μουτσάλα και οι συνεργάτες του αναπαρήγαγαν σε συνθήκες εργαστηρίου την διαδικασία επικοινιασμού του λουλουδιού Aphelandra acanthus από νυχτερίδες και κολιμπρί. Παρατήρησαν πως τα πουλία μετέφεραν από τα αρσενικά στα θηλυκά λουλούδια μόλις το ένα δέκατο της γύρης που μετέφεραν οι νυχτερίδες, καθώς η γούνα των ιπτάμενων θηλαστικών "αιχμαλτίζει" πολύ αποτελεσματικότερα την πολύτιμη σκόνη σε σύγκριση με τα φτερά των πουλιών. Αυτό - καταλήγουν οι επιστήμονες - εξηγεί την μανία των νυχτεριδολούλουδων να παράρουν μεγάλες ποσότητες γύρης: Εφόσον οι νυχτερίδες είναι τόσο αποτελεσματικοί επικονιαστές , όσο περισσότερη γύρη παράγει το αρσενικό λουλούδι τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες έχει να πετύχει την γονιμοποίηση του θηλυκού.Αντίθεται, αν το λουλούδι γονιμοποιείται από πουλί, η πρόσθετη ποσότητα γύρης θα ήταν απλώς σπατάλη ενέργειας και πολύτιμου γενετικού υλικού.

Περιοδικό Explore Nature,
τεύχος Ιουνίου






Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Στο Καλοκαίρι

Ω συ, που διάβηκες δυναμικά όλες μας τις κοιλάδες
Βάλε στα μανιασμένα άτια σου χαλινάρι, μετρίασε
Τον καύσωνα που βγαίνει σφοδρός
Απ' τα μεγάλα τους ρουθούνια. Συ, Ω Θέρος
Εδω συχνά έστηνες τη σκηνή σου, κ' είχες αποκοιμηθεί
Πολλές φορές κάτω απ' τις βελανιδιές μας, ενώ εμείς
Κοιτάγαμε με χαρά, τα πυρωμένα μέλη σου και τα πλούσια μαλλιά.

Κάτω απ' τους βαρείς μας ήσκιους συχνά έχουμ' ακούσει
Τη λαλιά σου, όταν το μεσημέρι πάνω στο πυρωμένο άρμα του,
Πήγαινες στα βάθη τ' ουρανού· πλησίον των πηγών μας
ξεπεζεύεις, και στις κοιλάδες μας που έχουν βρύα,
Σε κάποια όχθη παράμερα στο ποτάμι, πετάς τα ρούχα σου
Από μετάξι και πλισέδες, κι ορμάς στον χείμαρρο:
Οι κοιλάδες μας, το Καλοκαίρι αγαπούν σ' όλο του το μεγαλείο.

Οι βάρδοι μας που παίζουνε την ασημένια λύρα, έχουν μεγάλη φήμη:
Η νιότη μας είν' πιο τολμηρή από τους χωρικούς του νότου:
Οι παρθένες μας είν' ωραιότερες όταν εύθυμα χορεύουν:
Τραγούδια δεν μας λείπουνε, μήτε όργανα χαράς,
Ούτε γλυκειά ηχώ, μήτε νερά καθάρια ωσάν του παραδείσου,
Ούτε στεφάνια δάφνινα ενάντια στην πνιγηρή τη ζέστη.

William Blake



J.W. Waterhouse - Sweet Summer



Thomas Wilmer Dewing - Summer



Alphonse Mucha - Summer



William Godward - Summer Flowers



Albert Moore - Summer Night



Frederick Leighton - Flaming June



Paul Wilhem Keller Reutlingen - Sommerabend



William Reynolds-Stephens - Summer



Albert Moore - Midsummer



Alfred Kowalski - Summer Morning



Alphonse Mucha - Summer



Walter Crane - Summer



Lawrence Alma Tadema - Offerta di Estate



Hans Dahl - A Summer's Day



Joseph Farquharson - Summertime



Allan Douglas Davidson - Summer

Σάββατο 29 Μαΐου 2010

Ukiyo-e

Ζούμε μόνο για την στιγμή που θα θαυμάσουμε το μεγαλείο του σεληνόφωτος, του χιονιού, της ανθισμένης κερασιάς και του χρώματος των φύλων των σφενδάμων. Απολαμβάνουμε την ζεστή από το κρασί μέρα μη αφήνοντας την επίμονα επιτιθέμενη ανέχεια να μας προσγειώσει στην νηφαλιότητα. Σε αυτήν την περιπλάνησή μας - σαν μια κολοκύθα που την παρασύρει το ρεύμα του ποταμού - δεν αφήνουμε τον εαυτό μας να αποθαρρυνθεί ούτε μια στιγμή. Ακριβώς αυτό ονομάζεται επιπλέων, φευγαλέος κόσμος.

Asai Ryoi , Tales from the Floating World of Pleasure,
Kyoto 1661


Utagawa Hiroshige (1797-1858) - Moonlight Night



Utagawa Hiroshige - Red Maples of Mama at Tekona Shrine



Katsushika Hokusai (1760 - 1849) - Mountaina Fuji seen through Cherry Blossoms



Hasui Kawase (1883 - 1957) - Saishoin Temple in Snow



Hasui Kawase (1883 - 1957) - Evening Snow at Edo river


Τρίτη 18 Μαΐου 2010

Δρυς (Quercus)

Υπό την Βασιλικήν Δρυν


Όταν παιδίον διηρχόμην εκεί πλησίον, επί οναρίου οχούμενος, δια να υπάγω να απολαύσω τας αγροτικάς μας πανηγύρεις, των ημερών του Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και της Πρωτομαγιάς, ερρέμβαζον γλυκά μη χορταίνων να θαυμάζω περικαλλές δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον, μίαν βασιλικήν δρυν. Οποίον μεγαλείον είχεν! Οι κλάδοι της χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί· οι κλώνές της, γαμψοί ως η κατατομή του αετού, ούλοι ως η χαίτη του λέοντος, προείχον αναδεδημένοι, εις βασιλικά στέμματα. Και ήτον εκείνη άνασσα του δρυμού, δέσποινα άγριας καλλονής, βασίλισσα της δρόσου…
Από τα φύλλα της εστάλαζε κι έρρεεν ολόγυρά της «μάννα ζωής, δρόσος γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας». Έθαλπον οι ζωηφόροι οποί της έρωτα θείας ακμής, κι έπνεεν η θεσπεσία φυλλάς της ίμερον τρυφής ακηράτου. Και η κορυφή της βαθύκομος ηγείρετο ως στέμμα παρθενικόν, διάδημα θείον.
Ησθανόμην άφατον συγκίνησιν να θεωρώ το μεγαλοπρεπές εκείνο δένδρον. Εφάνταζεν εις το όμμα, έμελπεν εις το ούς, εψιθύριζεν εις την ψυχήν φθόγγους αρρήτου γοητείας. Οι κλώνες, οι ράμνοι, το φύλλωμά της, εις του ανέμου την σείσιν, εφαίνοντο ως να ψάλλωσι μέλος ψαλμικόν, το «Ως εμεγαλύνθη». Μ΄ έθελγε, μ΄ εκήλει, μ΄ εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από του υποζυγίου, να τρέξω πλησίον της, να την απολαύσω· να περιπτυχθώ τον κορμόν της, όστις θα ήτον αγκάλιασμα δια πέντε παιδιά ως εμέ, και να τον φιλήσω. Να προσπαθήσω ν΄ αναρριχηθώ εις το πελώριον στέλεχος, το αδρόν και αμαυρόν, ν΄ αναβώ εις το σταύρωμα των κλάδων της, ν΄ ανέλθω εις τους κλώνας, να υψωθώ εις τους ακρέμονας… Και αν δεν μ΄ εδέχετο, και αν μ΄ απέβαλλεν από το σώμα της, και μ΄ έρριπτε κάτω, ας έπιπτον να κυλισθώ εις την χλόην της, να στεγασθώ υπό την σκιάν της, υπό τα αετώματα των κλώνων της, τα όμοια με στέμματα Δαυίδ θεολήπτου.
Επόθουν, αλλ΄ η συνοδία των οικείων μου, μεθ΄ών ετέλουν τας εκδρομάς εκείνας ανά τα όρη, δεν θα ήθελε να μοι το επιτρέψει. Και μίαν χρονιάν, ήτο κατά τας εορτάς του σωτηρίου έτους 186… , καθώς είχομεν διέλθει πλησίον του δένδρου, εφθάσαμεν εις το Μέγα Μανδρί· – ήτο δε το Μέγα Μανδρί μικρός συνοικισμός, θερινόν σκήνωμα των βοσκών του τόπου. Εκατοίκουν εκεί επτά ή οκτώ οικογένειαι αγροτών. Δύο εκ των οικογενειών τούτων συνεδέοντο προς τους γονείς μου δια δεσμών βαπτίσματος, κολληγοσύνης, κτλ. και όλοι ήσαν φίλοι και συμπατριώται μας.
Κατηρχόμεθα εκεί συνήθως τας ημέρας του Πάσχα, είτα πάλιν του Αγίου Γεωργίου ή την Πρωτομαγιάν, άλλοτε δε του Αγίου Κωνσταντίνου ή της Αναλήψεως. Επί τερπνού λόφου υπήρχε το παρεκκλήσιον του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, όπου ελειτουργούμεθα.
Ήγοντο εκεί χοροί και πανηγύρεις· δρόσος και αναψυχή και χάρμα εβασίλευεν. Εθύοντο αρνία και ερίφια, και σπονδαί εγίνοντο πυροξάνθου ανθοσμίου. Ετελούντο αγώνες αμίλλης, δισκοβολίαι και άλματα. Έπληττε τας πραείας ηχούς ο φθόγγος του αυλού και της λύρας, συνοδεύων το έρρυθμον βήμα των παρθένων προς κύκλιον χορόν. Και ξανθαί, ερυθρόπεπλοι βοσκοπούλαι επήδων, επέτων, εκελάδουν.
Καθώς είχομεν φθάσει εκεί, την χρονιάν εκείνην, με είχε κυριεύσει ζωηρότερον η εντύπωσις η μαγική της δρυός. Διηρχόμεθα εκάστοτε ουχί μακράν του δένδρου, απέχοντος ημισείας ώρας οδόν από το Μέγα Μανδρί. Ο δρόμος μας ήτον επί της κλιτύος, ολίγον υψηλότερον της θέσεως όπου ίστατο το δένδρον, έτεμνε δε πλαγίως το βουνόν… και η δρυς η μαγική, καθώς εξηκολούθουν να την βλέπω επί ικανήν ώραν, με εγοήτευε και με εκάλει, ως να ήτο πλάσμα έμψυχον, κόρη παρθενική του βουνού.
Κατά τας ποικίλας κυμάνσεις της οδού, σύμφωνα με τα κοιλώματα ή τας προεξοχάς του εδάφους, και κατά τας κινήσεις του οναρίου τας ιδιοτρόπους και πείσμονας – καθώς εξάνοιγα το πρώτον την δρυν, καθόσον επλησίαζα ή απεμακρυνόμην απ΄αυτής, τόσας θέας, απόψεις και φάσεις ελάμβανε το δένδρον. Εκ πλαγίου και μακρόθεν είχεν όψιν λιγυράς χάριτος· εγγύθεν και κατά μέτωπον, προέκυπτεν όλη μεστή και αμφιλαφής, βαθύχλωρος, επιβάλλουσα ως νύμφη.
Όλην την νύκτα, κοιμώμενος και αγρυπνών, ωνειρευόμην την δρυν, την θεσπεσίαν και υψηλήν… Την πρωίαν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου, καθώς είχεν ευωδιάσει ο ναΐσκος από δάφνας και λιβανωτίδας, και είχε κρουσθεί τρελά από παιδικάς χείρας ο μικρός κώδων ο υπεράνω του γείσου της στέγης της πλακοσκεπούς, χαιρετίζων το «Ανάστα ο Θεός», το οποίον έψαλλεν ο παπάς ραίνων τους πιστούς με πέταλα ρόδων και ίων…είτα, πριν απολύσει η λειτουργία, εγώ έγινα άφαντος.
Δια πλαγίου, κρυφού δρομίσκου τον οποίον είχον ανακαλύψει την προτεραίαν, ήρχισα να ανέρχομαι την ράχιν του βουνού… διευθυνόμενος προς το μέρος, όπου ευρίσκετο η βασιλική δρυς. Επίστευον ότι εγνώριζα καλά τον δρόμον.
Ήτον όλη η οδός ανωφερής, κι εγώ έτρεχον, έτρεχον δια να φθάσω ταχέως, ν΄ ασπασθώ την ερωμένην μου – επειδή η δρυς υπήρξεν η πρώτη παιδική μου ερωμένη – και ταχέως πάλιν να επιστρέψω, φανταζόμενος ότι η απουσία μου τότε δεν θα παρετηρείτο, και δεν θα είχον ν΄ ακούσω επιπλήξεις από τους οικείους.
Προ εμού είχον αναχωρήσει από το ποιμενικόν σκήνωμα ολίγοι εκ της τάξεως των βοσκών, απερχόμενοι εις την πολίχνην, δια να κομίσωσιν αρνία και τυρίον εις τους κολλήγας, αποφέρωσι δε άλλα οψώνια εκ της πόλεως. Ούτοι θα επέστρεφον προς εσπέραν, και δεν ήτο πιθανόν να συναντήσω τινάς καθ΄ οδόν. Πλην παρ΄ ελπίδα είδον μακρόθεν άλλους ερχομένους προς τα εδώ, εν συνοδία γυναικών και παίδων και υποζυγίων· ούτοι ήρχοντο εκ της πόλεως δια να συνεορτάσωσιν εν τη εξοχή πλησίον των συγγενών των, των βοσκών.
Πάραυτα εξετράπην της οδού, κι έσπευσα να κρυβώ όπισθεν πυκνών θάμνων. Οι άνθρωποι εκείνοι αν με συνήντων, μεμονωμένον, μακράν των γονέων μου, πορευόμενον άγνωστον πού, θα επαραξενεύοντο, και αν δεν μ΄έπειθον να κατέλθω μετ΄αυτών ευθύς οπίσω, εξ άπαντος θα με κατήγγελλον εις τους γονείς μου, τους οποίους θα εύρισκον κάτω εις το Μέγα Μανδρί. Ήμην ένδεκα ετών παιδίον.
Εκείνοι ταχέως αντιπαρήλθον, κι εγώ ανέλαβα τον δρόμον μου, αλλά μετ΄ ολίγον τον έχασα. Εις έν σταυροδρόμιον όπου έφθασα, επήρα τον δρόμον αριστερά, τον υψηλότερον, και ασθμαίνων έφθασα εις την κορυφήν του βουνού. Πλην η μεγάλη δρυς υπήρξεν ευεργέτις μου και κηδεμών μου. Αύτη μ΄ εξήγαγεν εκ της απάτης, εφαίνετο δε ως να μοι ένευε μακρόθεν, και με ωδήγει να έλθω πλησίον της.
Καθώς την είδα χαμηλότερον, δεξιόθεν, αρκετά μακράν, άφησα τον δρομίσκον εις τον οποίον έτρεχα, και στραφείς προς δυσμάς ήρχισα να κατέρχομαι, μέσω των αγρών, υπερπηδών αιμασιάς, χάνδακας, φραγμούς θάμνων και βάτων, σχίζων τας σάρκας μου, αιμάσσων χείρας και πόδας… Τέλος έφθασα πλησίον της ποθητής νύμφης των δασών.
Ήμην κατάκοπος, κάθιδρος και πνευστιών. Άμα έφθασα, ερρίφθην επί της χλόης, εκυλίσθην επάνω εις παπαρούνες και χαμολούλουδα. Αλλ΄ όμως ησθανόμην κρυφήν ευτυχίαν, ονειρώδη απόλαυσιν. Ερρέμβαζον αναβλέπων εις τους κλώνάς της τους κραταιούς, και ηνοιγόκλειον ηδυπαθώς τα χείλη εις την πνοήν της αύρας της, εις τον θρουν των φύλλων της. Εκατοντάδες πουλιών ανεπαύοντο εις τους κλώνάς της, έμελπον τρελά τραγούδια… Δρόσος, άρωμα και χαρμονή εθώπευον την ψυχήν μου….
Ήμην αποσταμένος, και δεν είχον κοιμηθεί καλά την νύκτα. Ο ύπνος μού έλειπεν. Εις την σκιάν του πελωρίου δένδρου, εν μέσω των μηκώνων του των κατακοκκίνων, ο Μορφεύς ήλθε και μ΄εβαυκάλησε, και μοι έδειξεν εικόνες, ως εις περίεργον παιδίον.
Μου εφάνη ότι το δένδρον –έσωζον καθ΄ύπνον την έννοιαν του δένδρου– μικρόν κατά μικρόν μετέβαλλεν όψιν, είδος και μορφήν. Εις μίαν στιγμήν η ρίζα του μου εφάνη ως δύο ωραίαι εύτορνοι κνήμαι, κολλημέναι η μία επάνω εις την άλλην, είτα κατ΄ολίγον εξεκόλλησαν κι εχωρίσθησαν εις δύο· ο κορμός μού εφάνη ότι διεπλάσσετο και εμορφούτο εις οσφύν, εις κοιλίαν και στέρνον, με δύο κόλπους γλαφυρούς, προέχοντας· οι δύο παμμέγιστοι κλάδοι μού εφάνησαν ως δύο βραχίονες, χείρες ορεγόμεναι εις το άπειρον, είτα κατερχόμεναι συγκαταβατικώς προς την γην, εφ΄ης εγώ εκείμην· και το βαθύφαιον, αειθαλές φύλλωμα, μου εφάνη ως κόμη πλουσία κόρης, αναδεδημένη προς τ΄ άνω, είτα λυομένη, κυματίζουσα, χαλαρουμένη προς τα κάτω.
Το πόρισμά μου, το εν ονείρω εξαχθέν, και εις λήρον εν είδει συλλογισμού διατυπωθέν, υπήρξε τούτο: «Α! δεν είναι δένδρον, είναι κόρη· και τα δένδρα, όσα βλέπομεν, είναι γυναίκες!»
Όταν μετ΄ολίγον εξύπνησα, ως συνέχειαν του ονείρου έσχον εν νώ την ανάμνησιν της ιστορίας του τυφλού, τον οποίον ο Χριστός εθεράπευσε, καθώς είχον ακούσει τον διδάσκαλόν μας εις την Ιεράν Ιστορίαν: «Καταρχάς μεν είδε τους ανθρώπους ως δένδρα· δεύτερον δε τους είδε καθαρά…»
Πλην δεν εξύπνησα ακόμη, πριν ακούσω τι έλεγε το φάσμα· η κόρη – η δρυς, είχε λάβει φωνήν και μοι έλεγεν:
-Ειπέ να μου φεισθούν, να μη με κόψουν….δια να μη κάμω ακουσίως κακόν. Δεν ειμ΄ εγώ νύμφη αθάνατος· θα ζήσω όσον αυτό το δένδρον…
Εξύπνησα έντρομος, κι έφυγον… Ήτο ήδη μεσημβρία, και ο ήλιος εμεσουράνει…. Έκαιεν υψηλά, υπεράνω της κορυφής της δρυός, ήτις ήτο σκιά αδιαπέραστος… Από τον αντικρινόν λόφον ήκουσα φωνήν να με καλεί εξ ονόματος.
Ήτο εις μικρός βοσκός, με την κάππαν του, με την στραβολέκαν του, και με δέκα αίγας, τας οποίας ωδήγει. Μου εφώναξεν ότι ο πατήρ μου με ανεζήτει ανήσυχος, και, να τρέξω, να φθάσω ταχέως εκεί κάτω….
Δεν ενόησα τίποτε από το μαντικόν όνειρον. Αργότερα εδιδάχθην από εγχειρίδιον Μυθολογίας ότι η Αμαδρυάς συναποθνήσκει με την δρυν, εν ή ευρίσκεται ενσαρκωμένη…
Μετά πολλά έτη, όταν ξενιτευμένος από μακρού επέστρεψα εις το χωρίον μου, κι επεσκέφθην τα τοπία εκείνα, τα προσκυνητάρια των παιδικών αναμνήσεων, δεν εύρον πλέον ουδέ τον τόπον ένθα ήτο ποτε η Δρυς η Βασιλική, το πάγκαλον και μεγαλοπρεπές δένδρον, η νύμφη η ανάσσουσα των δρυμώνων.
Μία γραία με την ρόκαν της, με δύο προβατίνας τας οποίας έβοσκεν εντός αγρού πλησίον, ευρίσκετο εκεί, καθημένη έξωθεν της μικράς καλύβης της.
Όταν την ηρώτησα τι είχε γίνει το «Μεγάλο Δέντρο», το οποίον ήτον ένα καιρόν εκεί, μοι απήντησεν:
-Ο σχωρεμένος ο Βαργένης το έκοψε…μα κι εκείνος δεν είχε κάμει νισάφι με το τσεκούρι του· όλο θεόρατα δέντρα, τόσα σημαδιακά πράματα… Σαν το ΄κοψε κι ύστερα, δεν είδε χαΐρι και προκοπή. Αρρώστησε, και σε λίγες μέρες πέθανε… Το Μεγάλο Δέντρο ήτον στοιχειωμένο.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

(δυστυχώς άνευ πολυτονικού και εν μέρει
στην δημοτική, όπως το βρήκα στο διαδίκτυο)



Αυτοφυές δένδρο, αιωνόβιο και αρκετά ψηλό με γερές ρίζες· καρπός της, το γνωστό βελανίδι που χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή και στην βυρσοδεψία ήδη από τα αρχαία χρόνια.
Ο παγανισμός και η μεταφυσική του Παπαδιαμάντη συνδέεται με τις αρχαίες ελληνικές θεότητες, τις νύμφες των δέντρων, Δρυάδες. Σ' αυτές ανήκουν και οι Αμαδρυάδες, οι οποίες είχαν δεμένη την ζωή τους με μια βελανιδιά, γεννιούνταν μαζί με το δέντρο και πέθαιναν μαζί του. Σύμφωνα με την μυθολογία, το δέντρο της Αμαδρυάδος Χρυσοπέλειας κινδύνευε λόγω ενός ποταμού που είχε αλλάξει πορεία και προσπαθούσε να το ρίξει για να περάσει. Η νύμφη καλούσε απελπισμένη σε βοήθεια· το κλάμα της άκουσε ο Αρκάς που είχε βγει στο δάσος για κυνήγι. Έσπευσε να την βοήθησει προσπαθώντας να κυλήσει έναν παρακείμενο βράχο μέσα στο ρέμα για ν' αλλάξει τον ρου του ποταμού ώστε να μην απειλεί πια το δένδρο και την νύμφη. Με αρκετό κόπο, τα κατάφερε. Η Αμαδρυάς σώθηκε και ευχήθηκε στον Αρκά και στους απογόνους του (Αρκάδες) να ευημερήσουν - όπως κι έγινε.
Η κουφάλα της βελανιδιάς έδωσε καταφύγιο και σε 2 ζευγάρια θεϊκών διδύμων : στους Διόσκουρους, που μέσα σ' αυτήν παραμόνευσαν τους εχθρούς τους Ίδα και Λυγκέα, και στους Λεύκαστο και Παρράσιο, τους οποίους μετά την γέννησή τους τους πέταξαν στον Ευρύμανθο ποταμό και το ρεύμα τους παρέσυρε στην κουφάλα του δέντρου σώζοντάς τους.
Τόσο ιερή θεωρούνταν που το μαντείο της Δωδώνης, στην αρχική του μορφή, αποτελούνταν μόνο από μια ιερή φηγό (δρυ). Ο τρόπος μαντικής διενεργούνταν με την ερμηνεία του θροΐσματος των φύλλων της και των κελαηδησμάτων των πουλιών που κατοικούσαν στο φύλλωμά της.
Και στην βόρεια μυθολογία η δρυς κατείχε ξεχωριστή θέση, ως δέντρο αφιερωμένο στον θεό του κεραυνού Θορ, καθώς το ύψος του, αλλά και η χαμήλη ηλεκτρική αντίστασή του το άφηνε εκτεθειμένο στους κεραυνούς (συχνά συνδέεται και με τον Δία για τους ίδιους λόγους).
Για τους Κέλτες, η βελανιδιά συμβολίζει την πύλη μεταξύ των δύο κόσμων· ακόμα, ήταν σύμβολο της αλήθειας και της γνώσεως γι' αυτό και θεωρούνταν ιερό από τους Δρυίδες (το όνομα των οποίων προέρχεται από την ελληνική λέξη δρυς). Κατά την αλλαγή του χρόνου, συνήθιζαν να χαράσουν έναν κύκλο στον κορμό των βελανιδιών για να τις προστατέψουν από τους κεραυνούς. Στις κέλτικες κοινωνίες, οι πόρτες από ξύλο δρυός εκτελούσαν χρέη φρουρού εμποδίζοντας το κακό να εισέλθει στις οικίες.
Τέλος, στην αρχαία Ρώμη οι νικητές στρατηγοί παρήλαυναν με στεφάνι από φύλλα βελανιδιάς, τα οποία διατηρήθηκαν ως σύμβολα στρατιωτικής ισχύς μέχρι τις μέρες μας.




http://www.oakalleyplantation.com/



Δρυς και Αμαδρυάδες στην Τέχνη


John William Waterhouse - Hamadryad



John Everett Millais - The Prescribed Royalist



William Egley - The Talking Oak



Frank Kunishige - Hamadryad (Φωτογραφία)



Emile Jean Baptiste Bin - Hamadryad



Evelyn de Morgan - Dryad

Πέμπτη 13 Μαΐου 2010

Αέναος Ψίθυρος

Μακριά απο τους χίλιους απαίσιους θορύβους
θέλω να νιώσω ξανά τους ψιθύρους
μακριά από του χάους τα αποκομμένα
απ' τον ομφάλιο λώρο φρικώδη τέκνα

Πηγαίνω εκεί που θα αφουγκραστώ
τον εσώτερο κρυφό εαυτό
τους ψιθύρους του δάσους και του κοχυλιού
και το ελεύθερο τραγούδι πουλιού

Ανόητα έργα οι ανθρώποι φυτεύουν
και πόσο πολύ βαθιά το πιστεύουν
ότι κατέκτησαν του αιώνες και
θα μείνουν σαν αρχαίες κολώνες

Η Φύση όμως δεν φοβάται κανένα
και όσα δάση και αν γίνουν καμένα
μαζί τους ο βέβηλος θα χαθεί
Αυτή στους αιώνες θα αναγεννηθεί

Ουράνια ύψη και βελανιδιές
αγέρας σε απρόσιτες κορυφές
πόντος απέραντος σε νηνεμία
κάθε σκηνή να κρύβει σοφία

χίλιες μυριάδες όψεις του θείου
δίδαγμα κάθε ενάρετου βίου
το φυσικό, όχι το κτηνώδες
το πρώτο βήμα για το ιδεώδες

Από τα μέγιστα μέχρι τα απλά
Απ' τα αφανή, σπήλαια κρυφά
μέχρι το άρωμα λίγο δυόσμου
με εναρμονίζουν με την ψυχή του κόσμου

Λιγοστεύει η ζωή, πληθαίνει η ύλη
και οι Θεοί δεν είναι πια φίλοι
αν γεννηθείς όμως δεύτερη φορά
θα μπορέσεις να ακούσεις ξανά

Τον Πάνα την σύρριγγα να φυσά
και νύμφες να τραγουδούν απαλά
το πνεύμα της Γαίας δεν έχει πεθάνει
ο Ιουδαίος μονάχα μας έχει κουφάνει

του Ιουλιανού




Αιλουροειδή (Ά μέρος)


Προϊστορικοί προγόνοι

Οι γάτες ανήκουν στα θερμόαιμα θηλαστικά, που εξέλιχθηκαν πριν από περίπου 200 εκατομμύρια χρόνια από τα ψυχρόαιμα ερπετά, τα οποία προήλθαν από τα αμφίβια και τα ψάρια. Τα πρώτα θηλαστικά ήταν μικρόσωμα μέχρι την ύστερη εποχή των δεινοσαύρων, οπότε και επικράτησαν και εξαπλώθηκαν σ' όλον τον κόσμο, με κυρίαρχους τους ικανότερους κυνηγούς, τα σαρκοβόρα. Η ιδιότητα όλων των σαρκοβόρων είναι ο εξαιρετικός σχηματισμός των δοντιών τους κατάλληλα για τεμάχισμα και σχίσιμο του κρέατος. Σε αυτά περιλαμβάνονται είδη συγγενεύοντα με τον σκύλο (κυνοειδή - canidae) και την γάτα (αιλουροειδή - felidea) που τρέφονται συνήθως με άλλα σπονδυλωτά ζώα


Η εξέλιξη της γάτας. Δεξιά βρίσκονται τα παράλληλα χρονικά γεγονότα.
Η βιολογική κατάταξη είναι: Θηλαστικά - σαρκοβόρα - αιλουροειδή - αιλουρίδες.


Οι Άγριες Γάτες

Μέσα στις οικογένειες, τα ζώα ταξινομούνται σε γένη και με την σειρά τους τα γένη σε είδη, που αριθμούνται σε 38, μαζί με την κατοικίδια γάτα.

Γένη:

Panthera: Συμπεριλαμβάνονται οι μεγάλες γάτες με το ειδικό γλωσσικό κόκκαλο που τους δίνει την ικανότητα βρυχηθμού.

Αίλουρος/Felis: Είναι όλες οι μικρές γάτες χωρίς το κόκκαλο των panthera, εκτός από το puma που είναι στο μέγεθος της λεοπάρδαλης αλλά δεν βρυχάται.

Ακανθόνυχα/Acinonyx: Ανήκει μόνο ο γατόπαρδος λόγω των νυχιών του που τον βοηθούν στο γρήγορο τρέξιμό του.

Neofelis: Οι λεοπαρδάλεις.

Λύγκα/Lynx: Οι γάτοι με κοντή ουρά και ένα χαρακτηριστικό σκούρο τουφάκι τριχών στ'αυτιά τους (Ο υποεξαφάνιση λύγκας της χώρας μας ανήκει εδώ).

Leopardus: Ανήκουν τα είδη που έχουν 36 χρωμοσώματα αντί για τα 38 που έχουν οι υπόλοιπες.

Τα άγρια αιλουροειδή κατοικούν σε όλα σχεδόν τα οικοσυστήματα εκτός από τις τούνδρες χωρίς δένδρα και την Ανταρκτική. Είναι νυκτόβια και μοναχικά θηλαστικά. Η καθημερινότητά τους περιλαμβάνει τον εντοπισμό λείας και τον σχεδιασμό επίθεσης. Αντέχουν μέρες χωρίς τροφή, αλλά όταν πιάσουν το θήραμά τους, καταναλώνουν όσο περισσότερη μπορούν.

Αρσενικές και θηλυκές προσεγγίζονται μόνο κατά την περίοδο του ζευγαρώματος. Οι θηλυκές μαρκάρουν διάφορα σημεία με ούρα για να δώσουν σήμα στα αρσενικά πως είναι έτοιμες • τα αρσενικά τις βοηθούν να ξεπεράσουν την εκ φύσεως επιφυλακτικότητά τους «κρύβοντας» ευωδιές στην μαρκαρισμένη περιοχή για να τις διεγείρουν (η αίσθηση της όσφρησης χρησιμοποιείται αποκλειστικά γι'αυτό το σκοπό και όχι για κυνήγι). Έπεται μια περίοδος ερωτοτροπίας με πολλές στιγμές τρυφερότητας εναλλασσόμενες με άγριες διενέξεις. Το ζευγάρωμα γίνεται όπως και στις κατοικίδιες, το αρσενικό σκαρφαλώνει πάνω στο θηλυκό γραπώνοντάς την από το σβέρκο με τα δόντια του.

Η περίοδος κυοφορίας διαφέρει ανά είδος, αλλά γενικά κυμαίνεται από 9 εβδομάδες μέχρι 16 • αριθμός των νεογνών επίσης. Γεννιούνται τυφλά σαν τις κατοικίδιες, με την διαφορά ότι τα άγρια νεογνά έχουν τρίχωμα. Την φροντίδα τους αναλαμβάνει αποκλειστικά η μητέρα μέχρι να είναι έτοιμα να την ακολουθήσουν στο κυνήγι όπου μαθαίνουν γρήγορα πως να σκοτώνουν την λεία. Τα μικρά μένουν μαζί της τουλάχιστον 6 μήνες ώσπου να γίνουν αυτόνομα.

Κάθε αιλουροειδές κυνηγάει με διαφορετικό τρόπο το θήραμά του. Το ένστικτο του κυνηγιού είναι κληρονομικό • το μικρό παίζει με ο,τιδήποτε κινείται και οι κινήσεις του μοιάζουν με επιθετικό κέντρισμα. Οι τεχνικές-παιχνίδι έχουν να κάνουν με κυνήγι, ύπουλη καταδίωξη, εφόρμηση, άρπαγμα, καθήλωση και σκότωμα. Πρέπει να τα μάθει όλα τέλεια προτού αφήσει την προστασία της μητέρας.


Φυσικά Χαρακτηριστικά και Ικανότητες

Το τρίχωμα ποικίλει ανάλογα με τα είδη όσον αφορά στο χρώμα του, το πάχος και τα μοτίβα. Το πάχος αλλάζει ανάλογα με το κλίμα στο οποίο ζουν, με τα αιλουροειδή των ψυχρών κλιμάτων να έχουν αρκετά πυκνό και παχύ στρώμα τριχώματος. Το χρώμα τους κυμαίνεται από ανοιχτό γκρι μέχρι καφέ και τα μοτίβα που τα διακοσμούν είναι είτε κηλίδες είτε ρίγες ή ροζέτες.
Ιδιαίτερη λειτουργία έχουν και τα μουστάκια τους, καθώς τις βοηθούν στον προσανατολισμό, ειδικά την νύχτα.
Οι πατούσες τους είναι ειδικά διαμορφωμένες ώστε να μην ολισθαίνουν κατά την προσγείωση μετά από άλμα, στην οποία τους βοηθά και η ιδιαίτερα ευλύγιστη σπονδυλική τους στήλη καθώς τους επιτρέπει να στρέφουν ολόκληρο το σώμα τους. Τα νύχια τους μπαίνουν και βγαίνουν κατά βούληση από μια θήκη που υπάρχει στις πατούσες • ανασυρόμενα νύχια και μαλακές πατούσες (καρπιαίο μαξιλαράκι) βοηθούν τις μεγάλες γάτες να πλησιάζουν αθόρυβα την λεία τους.
Τα μάτια τους είναι μεγάλα και τοποθετημένα σε τέτοια θέση ώστε να προσφέρουν διοπτρική όραση και πολύ καλή νυχτερινή όραση.
Όσον αφορά στα αυτιά τους, διαθέτουν 32 μύες που τους επιτρέπουν όχι μόνο να κινούν το ένα αυτί ανεξάρτητα από το άλλο και προς διαφορετικές κατευθύνσεις, αλλά και να ακούν προς όλες τις κατευθύνσεις.
Η ουρά χρησιμεύει ως αντίβαρο στην εκτέλεση γρήγορων κινήσεων ώστε να διατηρούν την ισορροπία τους.
Για την καθαριότητα και τον καλλωπισμό τους χρησιμοποιούν την γλώσσα τους, η οποία διαθέτει εκφύματα με κερατίνη.

Συνεργασία : A. S.


White Tiger




Cheetah




Leopard




Puma (Cougar)




Caracal




Panther




Jaguar




Lynx




Snow Leopard



Lion




Tiger