Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περί ζώων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περί ζώων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Αστερίας

Τα διάφορα είδη αστερία ανήκουν στην τάξη των Αστεροειδών (Asteroidea) και μαζί με τους αχινούς, τα θαλάσσια κρίνα και κάποια είδη απολιθωμάτων ανήκουν στην συνομοταξία των Εχινόδερμων (Echinodermata). Έχουν ανακαλυφθεί πάνω από 1,500 είδη αστερίων τα οποία ζουν σε όλα τα μήκη και πλάτη των ωκεανών, από τα τροπικά μέχρι τα παγωμένα νερά των πόλων, με την μεγαλύτερη ποικιλία να απαντάται στον Ινδικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό. Οι έντονοι χρωματισμοί τους ποικίλουν από διάφορες αποχρώσεις του κόκκινου και του πορτοκαλί, μέχρι μπλε, γκρι ή καφέ.
Ανατομικά, ο αστερίας έχει ακτινωτό συμμετρικό σχήμα· αποτελείται από έναν κεντρικό κυκλικό δίσκο από τον οποίο εκτείνονται πέντε "βραχίονες" σε πεντάκτινη συμμετρία. Φέρουν σκελετό ο οποίος βοηθά μόνο στην προστασία του θαλάσσιου ζώου και όχι στην κίνησή του· αυτή γίνεται με την χρήση ποδιών-σωλήνων και με την λειτουργία ένος αγγειακού συστήματος που τροφοδοτεί τον
αστερία με νερό μέσω ενός στόματος στην κάτω πλευρά του, το οποίο φιλτράται μέσω ενός φίλτρου στην πάνω πλευρά - αυτό το φιλτραρισμένο το νερό αποτελεί την κινητήρια δύναμή του. 
Οι 5 (ή ανάλογα το είδος 6, 7 ή και περισσότεροι) βραχίονες του ζώου φέρουν στην άκρη τους ένα μικροσκοπικό μάτι, το οποίο μπορεί να ξεχωρίσει μόνο το φως και το σκοτάδι, και μερικά είδη φέρουν και μια σειρά αγκαθιών για την προστασία τους από τους εχθρούς. 
Η κύρια τροφή των αστερίων είναι τα μαλάκια και τα οστρακοειδή, όπως τα μύδια, τα στρείδια, αχιβάδες και άλλα οστρακόδερμα· επίσης, τρέφονται με μικρά ψάρια, αρθρόποδα, άλγη και φύκια. Διαθέτει δύο στομάχια για την χώνεψη της τροφής του, και μάλιστα το ένα από αυτά μπορεί να βγαίνει έξω από το σώμα του, ικανότητα που βοηθά τον αστερία στο κυνήγι της λείας του, που μπορεί να είναι και αρκετά μεγαλύτερη από τον ίδιο.
Οι αστερίες αναπαράγονται τόσο με σεξουαλική όσο και μη σεξουαλική αναπαραγωγή: η γονιμοποιήση γίνεται εξωτερικά με την απελευθέρωση γαμετών στο περιβάλλον. Η μη σεξουαλική παραγωγή γίνεται με ανάπλαση· η ανάπλαση αποτελεί μια μοναδική ικανότητα πολλών ειδών αστερία να αναπλάθουν τα τραυματισμένα και κομμένα μέλη τους, και μάλιστα ελάχιστα είδη μπορούν να γεννούν ακόμα και ολόκληρο νέο αστερία από έναν βραχίονά τους.
Κύριοι εχθροί του αστερία είναι άλλα είδη αστερία, οι τρίτωνες, τα καβούρια, τα ψάρια, οι γλάροι και οι θαλάσσιες ενυδρίδες. Το πρώτο αμυντικό τους όπλο είναι οι σαπωνίνες (χημικές ουσίες με ιδιαίτερα δυσάρεστη γεύση) που έχουν στο εξωτερικό τοίχωμά τους. Κάποια είδη εκρίνουν επίσης πολύ ισχυρές τοξίνες και ένα είδος απωθητικής βλέννας. Άλλα όπλα του αστερία είναι τα παχύ τους περίβλημα, αλλά και τα αγκάθια που φέρουν μερικά είδη. Τέλος, καθώς οι αστερίες μέσω του υδροαγγειακού τους συστήματος διοχετεύουν νερό κατευθείαν μέσα στο σώμα τους, η ρύπανση του νερού αποτελεί σοβαρή απειλή για την επιβίωσή τους. Το φίλτρο που διαθέτουν καθαρίζει το νερό που εισέρχεται στο σώμα τους, αλλά δεν μπορεί να φιλτράρει τα τοξικά χημικά, τους ρύπους και τις πετρελαιοκηλίδες.

























Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Ενυδρίδα (Lutra lutra)

Η ενυδρίδα ή βίδρα είναι ευρωπαϊκό θηλαστικό της οικογένειας των Μουστελιδών, στην οποία ανήκουν και οι νυφίτσες και τα κουνάβια, εξ ου και η ομοιότητά τους. Είναι υδρόβιο ζώο, με ενδιαίτημα κυρίως το γλυκό νερό, καθώς υπάρχουν και θαλάσσιες βίδρες που ζουν μόνο στις ακτές της Νορβηγίες και της Σκωτίας.
Η ευρωπαϊκή βίδρα είναι το συχνότερα απαντώμενο είδος βίδρας, αλλά το όνομά της δεν ανταποκρίνεται στην γεωγραφική της κατανομή καθώς μπορεί να την συναντήσει κανείς (εκτός από την Ευρώπη) σε τμήμα της Ασίας και της Αφρικής. Στην χώρα μας φωλιάζουν κατά μήκος των οχθών στα ποτάμια και τις λίμνες. 
Προτιμά ρηχά ποτάμια και λίμνες με πυκνή βλάστηση ώστε να νιώθει προστατευμένη· η φωλιά της βρίσκεται κοντά στο νερό, είναι υπόγεια, με δυο ανοίγματα ίσως και υποβρύχια. Αν και αρκετά καμουφλαρισμένος ο τόπος διαμονής τους συχνά προδίδεται στους εχθρούς της (λύκοι, λύγκες, αετοί, κ.α.) από τα αποτυπώματά τους στην λάσπη ή το χιόνι.
Η διατροφή τους συνίσταται σε ψάρια, γι' αυτό άλλωστε προτιμούν καθαρά νερά με επαρκείς ποσότητες τροφής, αλλά και σε πτηνά, βατράχια και μικρότερα θηλαστικά. Τους αρέσει να κυνηγούν την νύχτα αλλά και να περιπλανιώνται αναζητώντας νέους ψαρότοπους. Είναι πολύ παιχνιδιάρικα ζώα, παίζουν μέσα στο νερό ή γλυστρώντρας πάνω στην λάσπη και το χιόνι. Εξημερώνονται εύκολα αν συλληφθούν από μικρή ηλικία.
Η ενυδρίδα έχει λεπτό μακρύ κορμό, ελαστικό και μυώδες, μακριά ουρά και λαιμό και μικρά αυτιά και κοντά πόδια.  Έχει παχιά γούνα, η οποία λόγω της δομής της, προσφέρει στο ζώο αποτελεσματική μόνωση από την υγρασία και το κρύο· το σώμα της καλύπτουν 80 εώς 100 εκατ. τρίχες και η βίδρα περνά το 1/10 της μέρας της για να φροντίζει την γούνα της. Η γούνα της είναι σκούρα καφετιά στην πλατή, ενώ από κάτω, στα μάγουλα και στο πρόσωπο είναι πιο ανοιχτόχρωμη. Κολυμπά γρήγορα, κουνώντας την ουρά και το ευλύγιστο σώμα της και χρησιμοποιεί τα πίσω πόδια της που έχουν νηκτικές μεμβράνες, σαν κουπιά. Οι βίδρες που ζουν στην θάλασσα και στο χιόνι είναι μεγαλύτερες και βαρύτερες.
Ζευγαρώνουν οποιαδήποτε στιγμή του έτους, η κύηση κρατά 60 περίπου μέρες και γεννιώνται 1-4 κουτάβια που στην αρχή είναι τυφλά. Την πρώτη προσπάθεια να κολυμπήσουν την κάνουν την 6η βδομάδα της ζωής τους και μένουν υπό την προστασία της μητέρας τους περίπου ένα έτος μέχρι να μάθουν να κυνηγούν μόνα τους.

















Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Γλαύξ

Η τάξη των Γλαυκόμορφων πτηνών περιλαμβάνει περίπου 200 είδη αρπακτικών πτηνών, στην πλειονότητά τους νυκτόβια. Διακρίνονται σε δύο οικογένειες, την οικογένεια των Τυτονιδών με 16 είδη και την οικογένεια των Στριγγιδών όπου ανήκουν όλα τα υπόλοιπα.
Σύμφωνα με τις επικρατέστερες ετυμολογικές προσεγγίσεις η λέξη γλαυξ προέρχεται από το επίθετο γλαυκός (ο έχων ανοιχτό γαλάζιο χρώμα) και δόθηκε στα συγκεκριμένα πτηνά από τους αρχαίους Έλληνες λόγω του λαμπερού και σπινθηροβόλου βλέμματος τους. Η επιστημονική ονομασία Strigiformes (Στριγγόμορφα), καθώς και το όνομα της οικογένειας των Στριγγιδών, ετυμολογούνται από το αρχαίο ελλ. στρίγξ, λατ. strix, το οποίο αποτελεί ηχομιμητικό της εκφραστικής φωνής του πουλιού και έχει άμεση σχέση με το ρήμα "τρίζω", καθώς και με το νεοελληνικό "στρίγγλα". "Τυτώ" ήταν στην αρχαιότητα, όπως και σήμερα, το όνομα της γλαύκας "Τυτώ η λευκή" (Tyto alba).



Η κουκουβάγια αποτελεί σύμβολο σοφίας και σύνεσης, καθώς κατά την ελληνική μυθολογία αποτελεί το σύμβολο της θεάς Αθηνάς. Σύμφωνα με τον μύθο η θεά Αθηνά εντυπωσιάστηκε από τα μεγάλα μάτια και την σοβαρή εμφάνισή της και έχρισε την γλαύκα αγαπημένο της πουλί και έμβλημα που την συντροφεύει σε πολλά αγάλματα. Άλλωστε στην Παλλάδα οφείλει και το λατινικό της όνομα athene noctua. Η κουκουβάγια προστατεύτηκε και κατοίκησε την ακρόπολη σε μεγάλους αριθμούς. Καθώς όμως η θεά Αθηνά, εκτός από θεά της σύνεσης και της σοφίας, είναι και η θεά του πολέμου η κουκουβάγια έγινε ο προστάτης που συνόδευε τον ελληνικό στρατό στον πόλεμο. Εάν μια κουκουβάγια πετούσε πάνω από τους Έλληνες στρατιώτες πριν από μια μάχη, αποτελούσε σημάδι νίκης. Πιο συγκεκριμένα, και σύμφωνα με τον Αριστοφάνη (Σφήκες), η επίτευξη μιας νίκης κατά των Περσών οφείλεται στην πτήση μιας γλαύκας η οποία στάλθηκε από την θεά Αθηνά ως αγγελιοφόρος, «Γλαύξ γάρ ημών, πριν μάχεσθαι, τον στρατόν διέπτατο». Οι κάτοικοι της Αθήνας πίστευαν πως η θεά Αθηνά έπαιρνε συχνά την μορφή μιας κουκουβάγιας όταν ήθελε να παρουσιαστεί στους ανθρώπους. Προστάτευε επίσης το αθηναϊκό εμπόριο και την τιμούσαν με την παρουσία της φιγούρας της στην μία πλευρά των αθηναϊκών νομισμάτων.

Τετράδραχμο Αθηνών, 449-404 π.Χ.




Η μορφή του πτηνού είναι ιδιαίτερη και χαρακτηριστική με αξιοσημείωτες προσαρμογές στις ανάγκες ενός νυκτόβιου θηρευτή. Έχει μακριές και στρογγυλεμένες φτερούγες οι οποίες συγκριτικά με το σωματικό τους βάρος είναι δυσαναλόγα μεγάλες· σε συνδυασμό με το μαλακό και πυκνό πτέρωμα επιτυχγάνουν μια σχεδόν απολύτως αθόρυβη πτήση. Έχουν κοντή ουρά και ένα δυσαναλόγως μεγάλο κεφάλι με ένα δισκοειδές μεγάλο πρόσωπο· το ράμφος της είναι κυρτό και γαμψό.
Ιδιαίτερα οξυμένη σε όλα τα γλαυκόμορφα είναι η αίσθηση της ακοής και της οράσεως,
Τα μάτια της βρίσκονται μπροστά, ώστε να έχει στεροσκοπική αντίληψη του περιβάλλοντος, κάτι το οποίο είναι απαραίτητο σε κάθε κυνηγό,και να μπορεί να εκτιμά σωστά την απόσταση και την ταχύτητα. Για την τέλεια εκμετάλλευση του υπάρχοντος φωτός ο οφθαλμός έχει πάρει κωνικό σχήμα με το πίσω μέρος να καταλήγει σε μυτερό σημείο επιτρέποντας στην κουκουβάγια να βλέπει σε πολύ λίγο φως. Όμως το μεγάλο μέγεθος των ματιών είχε ως αποτέλεσμα τα μάτια της κουκουβάγιας να παραμείνουν ακίνητα αναγκάζοντας την να περιστρέφει το κεφάλι της προς το σημείο που θέλει να δει· έτσι έχει αναπτύξει επιπλέον σπονδύλους στον αυχένα της, οι οποίοι της επιτρέπουν να περιστρέψει το κεφάλι της 270 μοίρες. Τα όργανα της ακοής είναι τοποθετημένα ασύμμετρα στο κεφάλι του πτηνού και η διαμόρφωση του προσώπου είναι τέτοια, ώστε να κατευθύνει τα ακουστικά κύματα στους ακουστικούς πόρους.
Πιο συγκεκριμένα το δεξί αυτί είναι συνήθως τοποθετημένο πιο ψηλά από το αριστερό με αποτέλεσμα ο ήχος να φτάνει στο δεύτερο αυτί καθυστερημένα κατά δέκατα του δευτερόλεπτου. Έτσι η χρονική διαφορά μεταξύ της καταγραφής του ίδιου ήχου της δίνει τη δυνατότητα εύρεσης του ακριβές σημείου της ηχητικής πηγής. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργεί έναν εικονικό χάρτη δίκην ραντάρ. Σημαντικό ρόλο στην λειτουργία του ραντάρ παίζουν τα ευαίσθητα φτερά του προσώπου που είναι έτσι τοποθετημένα ώστε να καθοδηγούν τους ήχους προς τα αυτιά. Μόλις ακούσει την λεία της, στρέφει το κεφάλι προς τη πηγή του ήχου. Με την οξεία όραση της και το πλατύ της πρόσωπο να λειτουργεί ως ραντάρ εντοπίζει την ακριβή θέση του θηράματος και επιτίθεται με επιτυχία.
Τρέφεται με μεγάλα έντομα, βατράχια, ποντίκια, σαύρες και σπανιότερα μικρά πουλιά· λόγω λοιπόν των διατροφικών της συνηθειών κατατάσσεται και ως ένα από τα πιο χρήσιμα για τον άνθρωπο πτηνά.
Nyctea scandiaca
Γλαύκες υπάρχουν σε όλες τις ηπείρους με εξαίρεση την Ανταρκτική. Τις συναντούμε σε όλα τα ενδιαιτήματα, τα περισσότερα είδη βρίσκονται όμως στις τροπικές και υποτροπικές περιοχές της Ν. Αμερικής και της Ασίας. Την βορειότερη εξάπλωση έχει η χιονόγλαυκα (Nyctea scandiaca), η οποία επιβιώνει ακόμα και στις ακτές της Γροιλανδίας. Ως κατοικία και χώρο δράσεως προτιμούν τις ανοιχτές εκτάσεις, τις κατοικημένες από τον άνθρωπο περιοχές και τους αγρούς, αποφεύγοντας τα πυκνά δασώδη μέρη. Η κουκουβάγια βρίσκει την δική της περιοχή χωρίς όμως να χτίζει την δικιά της φωλιά· αξιοποιεί έτοιμες φωλιές όπως κουφάλες δέντρων, κουνελότρυπες, μάντρες, αποθήκες και παλιά κτίρια. 















Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Ιέραξ (Falco)

Το Γεράκι (Ιέραξ), είναι αρπαχτικό ημερόβιο πουλί της οικογένειας των ιερακιδών, τάξη ιερακόμορφα. Η οικογένεια περιλαμβάνει περίπου 60 είδη. Το πιο γνωστό και πιο διαδεδομένο είδος είναι ο Ιέραξ ο γνήσιος Falco tinunculus, κοινώς Κιρκινέζι του βράχου. Με την γενική ονομασία Γεράκι εννοείται οποιοδήποτε από τα είδη του αρπακτικού ημερόβιου πτηνού του γένους Falco. Η λέξη προέρχεται από τη Λατινική falco, σχετική με την επίσης Λατινική falx («δρεπάνι»), εξαιτίας του σχήματος των φτερών του πτηνού.

Μερικά είδη είναι:
• Ιέραξ ο ερυθρωπός (Falco vespertinus) κοινώς Μαύρο κιρκινέζι. Είναι από τα πιο όμορφα γεράκια. Τρέφεται με έντομα. Ζει στην Ν Ευρώπη.
• Ιέραξ ο οξύπτερος (Falco eleonorae), κοινώς γεράκι της Ελεονόρας ή μαύρος πετρίτης. Το σώμα του έχει μήκος 45 εκ και η ουρά του 20 εκ. Ζει στα νησιά και στις ορεινές περιοχές γύρω από την Μεσόγειο.
• Ιέραξ ο κορυδαλλοφάγος (Falco subbuteo), κοινώς ξεφτέρι. Πετά καλύτερα και ταχύτερα από όλα τα γεράκια και κυνηγά ακόμα και χελιδόνια, κορυδαλλούς κτλ. Ζει στην Ευρώπη, στην Ασία και Β.Δ. Αφρική.
• Ιέραξ ο μεταναστευτικός (falco peregrines), κοινώς πετρίτης. Ζει σε όλο τον κόσμο εκτός από την αρκτική. Πετά πολύ γρήγορα και συλλαμβάνει περιστέρια, πέρδικες, πάπιες, γλάρους, χελιδόνια κτλ.
• Ιέραξ ο ερυθρόνωτος (falco naumanni) κοινώς κιρκινέζι. Απαντάται στην Φινλανδία, στη Σουηδία, στην Αυστρία, στην Γαλλία, στη Βρετανία και στην Ελλάδα.
• Ιέραξ ο ιερός (falco cherrug) ζει στη Βουλγαρία, στη Ρουμάνια και στην Α. Τουρκία.
• Ιέραξ ο νάνος (falco columbarius). Ζει στις τούνδρες και στα δάση της Ευρώπης, της Ασίας και της Β. Αμερικής.

Το σώμα του είναι επίμηκες, εύρωστο και φτάνει σε μήκος τα 33-35 εκατοστά. Η ουρά του είναι λεπτή και έχει μήκος περίπου 24 εκατοστά. Οι φτερούγες του είναι μακριές και μυτερές έτσι εξασφαλίζει ένα ελαφρύ και γρήγορο πέταγμα. Το κεφάλι του, ο λαιμός του και η ουρά του είναι γκριζωπά, ενώ η ράχη του είναι καστανόχρωμη. Το κάτω μέρος του λαιμού του, το στήθος και η κοιλιά του έχουν άσπρο ή πολύ ανοιχτό κίτρινο χρώμα. Τα πόδια του είναι κίτρινα, κοντά και καλύπτονται από φτερά. Τα δάχτυλα του φέρουν γαμψά και δυνατά νύχια. Το χρώμα του ράμφους του είναι καστανοκίτρινο και είναι κοντό, γαμψό και δυνατό έτσι ώστε να κόβει και να σκίζει τη λεία του. Στο επάνω ράμφος των γερακιών υπάρχει καλύτερη οδόντωση που τα βοηθά να σκοτώνουν αμέσως το θύμα τους καθώς και να τεμαχίζουν τα θύματά τους πολύ γρήγορα. Τρέφεται με ποντίκια, μικρά πουλιά και έντομα.

Όπως όλα τα αρπακτικά έτσι και τα γεράκια στέκονται στον αέρα και στριφογυρνάνε αργά χρησιμοποιώντας τα θερμά ανοδικά ρεύματα του αέρα. Οι μεγάλες και πλατιές φτερούγες τους αυξάνουν την επιφάνεια του σώματός τους, βοηθώντας τα να πετούν για πολλές ώρες χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Με αυτόν τον τρόπο εξοικονομούν ενέργεια.

Κυνηγούν στον αέρα με όπλα τους την ταχύτητα και την όραση τους. Διαθέτουν από 8 έως 10 φορές περισσότερα οπτικά κύτταρα ανά τετραγωνικό χιλιοστό από τον άνθρωπο κάτι που τους εξασφαλίζει ισχυρότερη όραση από όλα τα θηλαστικά. Βλέπουν τρισδιάστατα σε μεγάλο οπτικό πεδίο. Οι οφθαλμοί τους βρίσκονται τοποθετημένοι αρκετά μπροστά στο κρανίο τους και έτσι μπορούν να βλέπουν καλύτερα, με μεγάλη γωνία κλίσης. Την λεία τους την εντοπίζουν από μεγάλο ύψος. Το μάτι τους είναι κάτι ανάλογο με τον ζουμ στις κάμερες. Εστιάζουν πάνω στην λεία τους και εφορμούν κατά πάνω της με απίστευτη ταχύτητα, πάνω από 300 χλμ/ώρα, χτυπώντας την με το στήθος τους πριν τη συλλάβουν με τα γαμψά τους νύχια.

Τα γεράκια συνήθως δεν κατασκευάζουν φωλιές, απλά εγκαθίσταται σε παλιές φωλιές άλλων πτηνών ή μέσα σε τρύπες σε απόκρημνους βράχους. Το θηλυκό γεννά 2-6 αυγά που είναι σχεδόν κοκκινωπά με σκούρα στίγματα. Επωάζει τα αυγά για περίπου 28-30 μέρες. Οι δυο γονείς μαζί αναλαμβάνουν να αναθρέψουν τους νεοσσούς και να τους εκπαιδεύσουν στην αναζήτηση λείας. Τα μικρά εξαρτώνται από τους γονείς τους για 3-8 εβδομάδες. Ώσπου να γίνουν τα μικρά ανεξάρτητα το αρσενικό εφοδιάζει με τροφή όλη την οικογένεια, ενώ το θηλυκό προσέχει τα μικρά.
Ζουν σε όλη την Ευρώπη και την Ασία, εκτός από την αρκτική, καθώς και σε πολλά μέρη της Αφρικής όπου καταφεύγουν για να περάσουν τους δύσκολους χειμώνες. Μπορεί όμως να διαχειμάσουν ακόμη και στην Β. Ευρώπη. Στην Ελλάδα απαντούν ως επιδημητικά πουλιά στην Στερεά Ελλάδα, στην Πελοπόννησο και στα νησιά.

Επιχειρούν μικρές μεταναστεύσεις την άνοιξη και το φθινόπωρο και μονό τότε συγκεντρώνονται σε ομάδες. Θεωρούνται ωφέλιμα για τη γεωργία επειδή μερικά τρέφονται με έντομα.

Ευρέως διαδεδομένη στην αρχαιότητα ήταν η ιερακοθηρία. Τα γεράκια εκπαιδεύονταν να κυνηγούν άλλα πουλιά, ιδίως φασιανούς και ερωδιούς. Τα είδη που χρησιμοποιούσαν ήταν κυρίως οι κυνηκογέρακες, οι ασπρογέρακες, χρυσογέρακες και οι πετρίτες. Η προέλευση αυτού τους είδους κυνηγιού χάνεται στα βάθη της αρχαιότητος. Οι Κινέζοι και οι Μογγόλοι κυνηγούσαν με γεράκια τουλάχιστον είκοσι τρεις αιώνες πριν αυτό το θαυμάσιο άθλημα έρθει στην Ευρώπη.. Στην Ευρώπη το κυνήγι με τα γεράκια εξασκούταν από τους Νότιους λαούς κι από τους Σικελούς , ενώ από τους Ρωμαίους μόνο γύρω στο 300 μ.Χ.. Στους αρχαίους Έλληνες ήταν γνωστό λόγο του εμπορίου και της επαφής με τους Ασιατικούς λαούς και τους Θράκες – ο Αριστοτέλης αναφέρεται στο κυνήγι με την βοήθεια των γερακιών στο Περί ζώων ιστορίαι : «στην περιοχή της Θράκης, που κάποτε ονομαζόταν Kεδρίπολη, οι άνθρωποι κυνηγούν τα μικρά πουλιά στους βάλτους με τη βοήθεια γερακιών. Oι άνθρωποι κρατούν ξύλα και χτυπούν τα καλάμια και τα χαμόκλαδα για να κάνουν τα πουλάκια να πετάξουν και τα γεράκια εμφανίζονται από πάνω τους και τα καταδιώκουν. Aπό το φόβο τους τα πουλάκια πετούν πάλι προς τη γη· οι άνθρωποι τα χτυπούν με τα ξύλα και τα πιάνουν και δίνουν στα γεράκια μερτικό, τους ρίχνουν δηλαδή μερικά από τα πουλιά, και τα γεράκια τα πιάνουν».

Η βασική του καταγωγή όμως είναι από την Ανατολή και στα μακρινά στεπώδη και βουνίσια εδάφη της Ασίας. Στην κεντρική Ευρώπη άρχισε να ασκείται από την αρχή του Μεσαίωνα, αλλά γνώρισε την κορύφωση της δόξας του στην εποχή του Λουδοβίκου ΧΙΙΙ, οπότε έκριναν την αξία και τα προτερήματα ενός αριστοκράτη από το πόσο σπουδαία ήταν τα πουλιά του!
Σήμερα η ιερακοθηρία εξασκείται κυρίως στις αραβικές χώρες, και στις Δημοκρατίες της Kεντρικής Aσίας (π.χ. Kαζακστάν) κι ο όρος χρησιμοποιείται όχι μόνο για την εκπαίδευση και το κυνήγι με γεράκια, αλλά και με αητούς κι άλλα αρπακτικά πτηνά.
H εκπαίδευση του γερακιού δεν είναι εύκολη υπόθεση και γίνεται συνήθως από γνώστες του αντικειμένου ή υπό την καθοδήγήσή τους. Πρώτο μέλημα είναι να συνηθίσει το πτηνό την επαφή με τον άνθρωπο και στην συνέχεια να εκπαιδευτεί ως κυνηγός (με την μέθοδο του σπάγγου και κατόπιν ελεύθερο), πράγμα που επιτυγχάνεται με τροφή/αμοιβή κι υπομονή.



Στην Ιλιάδα, επιθέσεις και οπισθοχωρήσεις θεών και ανθρώπων παρομοιάζονται, ως προς την ταχύτητα τους, με αυτήν του γερακιού όταν κυνηγάει και επιτίθεται κατά των θηραμάτων του. Στην Οδύσσεια αναφέρεται ότι οι Έλληνες έμαθαν πολλά για την ιερακοθηρία από τους Τρώες κατά την διάρκεια του τρωικού πολέμου. Στον μύθο του Αισώπου, το γεράκι εμφανίζεται ως ένα πονηρό πτηνό, το οποίο αποκτά την εμπιστοσύνη των αγαθών περιστεριών, με αποτέλεσμα τα τελευταία να γίνουν λεία του.

Στην αιγυπτιακή μυθολογία ο θεός Ώρος απεικονιζόταν ως γεράκι ή άνθρωπος με κεφάλι γερακιού. Η αιγυπτιακή λέξη για το γεράκι ήταν χορ, ομόηχη μιας άλλης, που σημαίνει «ουρανός»· επειδή το γεράκι πετά σε μεγάλα ύψη, φαντάζονταν τον ουρανό ως θεϊκό γεράκι, τον δε Ήλιο και την Σελήνη ως τα μάτια του. Το γεγονός ότι το γεράκι απεικονίζεται ακόμη και σε προϊστορικά μνημεία στην αρχαία Αίγυπτο, οδηγεί στην υπόθεση μιας λατρείας με πολλούς και ιδιαίτερα ισχυρούς πιστούς· Από τα πολύ αρχαία χρόνια θεωρείτο ως το κατ' εξοχήν θεϊκό πτηνό ενώ το ιερογλυφικό το οποίο αντιστοιχεί στην έννοια «θεός», είναι ένα γεράκι που κάθεται πάνω σε ένα ξύλο.
Σε όλες τις περιοχές στις οποίες εγκαταστάθηκαν μόνιμα οι πιστοί του γερακιού, λατρεύτηκε ο Ώρος. Ο ρόλος, όμως, αυτού του θεού και τα σύμβολά του διαφοροποιήθηκαν στα κατά τόπους ιερά με την πάροδο του χρόνου, σε τέτοιο βαθμό, ώστε στο αιγυπτιακό πάνθεο υπάρχουν περίπου δεκαπέντε διακριτοί Ώροι, από τους οποίους κυριότεροι ήταν ο Χαρβέρ, Χαρόερις ή Αρούηρις στην ελληνική μεταγραφή του και τα υπόλοιπα, ηλιακού χαρακτήρα, γεράκια όπως ο Ώρος της Μπεχεντέτ και ο Ώρος, ο γιος της Ίσιδος, ο οποίος σύμφωνα με τον μύθο του Όσιρι, εκδικήθηκε τον φόνο του πατέρα του.
Τα κείμενα των Πυραμίδων τον παρουσιάζουν ως γιο του Ρα και αδελφό του Σετ. Η αιώνια αντίθεση μεταξύ ερέβους και φωτός συμβολίζεται με αιώνιες συγκρούσεις, κατά τις οποίες ο μεν Σετ έβγαλε το ένα μάτι του Ώρου, ενώ ο δεύτερος ευνούχισε τον αμείλικτο εχθρό του. Το δικαστήριο των θεών έλυσε την διαφορά υπέρ του θεού γερακιού, ο οποίος, από το τέλος της δεύτερης δυναστείας εμφανίζεται μόνος και αποκλειστικός θεϊκός πρόγονος των Φαραώ, στο πρωτόκολλο των οποίων αναφέρεται με την επωνυμία Χορ Νουμπτί, «Ώρος, ο νικητής του Σετ».

Τα γεράκια χρησιμοποιούνται και από την Πολεμική Αεροπορία, απομακρύνοντας πτηνά που δυσχεραίνουν το έργο των πιλότων, λόγω προσκρούσεων τους σε αεροσκάφη, κίνδυνος που αυξάνει ολοένα λόγω της μαζικής μετακίνησης των πουλιών, εξαιτίας των κλιματολογικών αλλαγών. Κάθε γεράκι εκτελεί καθημερινά 4-5 ολιγόλεπτες πτήσεις γύρω από τον γερακάρη – υπαξιωματικό της Π.Α. και σε ακτίνα τέτοια ώστε να υπάρχει οπτικοακουστική επαφή. Η χρησιμοποίησή τους είχε άμεσα αποτελέσματα, καθώς μέσα σε έναν μήνα διαπιστώθηκε σημαντική μείωση συγκέντρωσης πτηνών γύρω από τα αεροδρόμιο· κι αυτό γιατί πλέον τα πτηνά της ευρύτερης περιοχής γνωρίζουν ότι η διέλευσή τους από το αεροδρόμιο είναι πολύ επικίνδυνη λόγω των εκπαιδευμένων γερακιών τα οποία και μόνο με την εκτέλεση ελιγμών τους προκαλούν ανησυχία, με αποτέλεσμα να απομακρύνονται από την περιοχή. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας ο δείκτης προσκρούσεων πτηνών εντός του αεροδρομίου έχει σχεδόν μηδενιστεί (από 8 συμβάντα το 2000 μόλις ένα το 2010).


Ο ΚΙΤΖΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΕΡΑΚΙ - Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Σ' ἕνα κοντρὶ θεόχτιστο κάθεται διπλοπόδι
ἕνας γεροπαλλήκαρος, ὁ Κίτζος ὁ Σουλιώτης.
Ἔχει τὴν τρίχα κάτασπρη σὰν τὴν κορφὴ τοῦ Πίνδου.
Πόσαις ἀντάραις καὶ χιονιαῖς τ' ἀσπρίσαν τὸ κεφάλι!
Μὲ τὤνα χέρι ἐχάϊδευε ὁλόχρυσα πιστόλια,
μὲ τἄλλο χέρι του ἔστριφεν ἄσπρο, μακρὺ μουστάκι.
Ἐμπρὸς στὴ φουστανέλλα του κοίτεται ξαπλωμένο
ἕνα μιλλιόνι ξακουστό, πἄστραφτε σὰν ἀστερι.
Σὰν ὄχεντρα φαρμακερή, ποὺ καρτερεῖ νὰ κρούξῃ,
ἔδειχνε τὸ κεφάλι του τὸ δαμασκὶ σπαθί του,
κουλουριασμένο κι' ἄγρυπνο κρυμμένο στὴ φλοκάτη.
Ὤχ! νἄμουνα μὲς τὴν καρδιὰ τοῦ Κίτζου τοῦ Σουλιώτη,
νὰ μέτραγα τοὺς χτύπους της, νἄνιωθα τὴ λαχτάρα!

Τὰ μάτια του κατάμαυρα, στὴν Κιάφα καρφωμένα,
βράζουνε μὲς τὸ δάκρυ τους καὶ στάζουνε φαρμάκι.
Ἐκύτταζε κ' ἐκύτταζε! Τὸ αἷμ' ἀπ' τὴν καρδιά του
σὰν ἄγριο κῦμα χύνεται, τὰ στήθια του πλακώνει.
Ἐφούσκωσαν οἱ φλέβες του σὰ φείδια στὸ λαιμό του,
καὶ λὲς θὰ τόνε πνίξουνε. Μὲ μιᾶς ἀναστενάζει...
Τὶ στεναγμὸς ἦταν ἐκειός· ξυπνᾷ καὶ πεθαμένους!

Ἕνα γεράκι διάβαινε ψηλὰ ψηλὰ στ' ἀγέρι
καὶ σταματάει τὸ φτερὸ καὶ κάθεται μπροστά του.

- Κίτσο Σουλιώτη, ἐδιάβαινα, ἐπήγαινα στὴ Δύσι,
καὶ σἄκουσα ποὺ στέναξες κ' ἦρθα νὰ σὲ ρωτήσω.
Πές μου καὶ σὺ τὸν πόνο σου, πὲς μου τὴν δυστυχιά σου.
Πουλὶ δὲν εἶμαι τῆς χαρᾶς, εἶμαι πουλὶ θανάτου.

- Πέτα, γεράκι, διάβαινε. Ἐσὺ ψηλὰ στὰ γνέφη
ἔχεις φτερὰ τὴν ἀστραπή, φωτιὰ τ' ἀστροπελέκι,
καὶ δὲ γνωρίζεις σίδερα καὶ δὲ φοβᾶσαι ἀφέντη.
Πέτα, γεράκι, διάβαινε, κι' ἄν πᾷς πέρα στὴ Δύσι,
καὶ δὲν σοῦ κόψουν τὰ φτερὰ καὶ κόψουνε τὰ νύχια
πὲς τους πὼς μ' ηὗρες μοναχὸ ποὺ κύτταζα τὸ Σοῦλι,
ποὺ κύτταζα τὴ στάχτη του κ' ἔκλαιγα τὴν ἐρμιά του.

- Οἱ πεθαμένοι θὰ σκωθοῦν στὴν ἄλλη παρουσία,
τώρα γυρεύω ζωντανούς. Τρέχα, Σουλιώτη, τρέχα.
Ἡ μάνα μας ἐξύπνησεν ἀπ' τὸν βαθύν της ὕπνο
καὶ μέσ' Ἀπὸ τὸ μνῆμά της φωνάζει στὰ παιδιά της
τὸ χέρι νὰ τῆς δώσουνε τὴν πλάκα νὰ σηκώσῃ.
Πέταξε, ἀνέβα στὰ βουνά, ν' ἀκουρμαστῇς, ν' ἀκούσῃς,
νὰ ἰδῇς τὴ νεκρανάσταση, νὰ ζεσταθῇ ἡ καρδιά σου.

- Ἔχεις ἀνθρώπινη λαλιὰ καὶ δὲ μοῦ λὲς ποιός εἶσαι;
- Κίτσο Σουλιώτη, πίστεψε, εἶμ' ἡ ψυχὴ τοῦ Ρήγα.
- Ἡ Δύση σὲ παράδψκε καὶ σὺ στὴ Δύση τρέχεις;
- Σὰ ἰδῇ πῶς μὲ σταυρώσανε κ' ἡ Δύση θὰ πιστέψῃ.

Χτυπάει, ἀνοίγει τὰ φτερά, χάνεται τὸ γεράκι.
Ἐμβῆκε μὲς τὰ σύγνεφα, διαβαίν' ἀπὸ τὴν Πάργα
καὶ χαμηλώνει τὰ φτερὰ νὰ ἰδῇ τὴ σταύρωσή της.
Τὴν εἰδε κι' ἀνατρίχασε, ἐσπάραξ' ἡ καρδιά του!
Τὸ φονικὸ τἀνέλπιστο τοῦ τὤχαν μαρτυρήσει
κ' ἐκεῖνος δὲν τὸ πίστεψε κ' ἦλθε νὰ ἰδῇ τὸ μνῆμα.
Ἁρπάζει μὲς τὰ νύχια του τῆς κιτριᾶς τὰ φύλλα
τ' ἀγκάλιασε σὰν ὀρφανά, σὰν τὰ παιδιὰ τῆς Πάργας,
κ' ἐπήγανε στὴν ξενιτειὰ νὰ κλάψουν τὸν καϋμό τους.

Σουλιώτη, μὴ τοὺς καρτερεῖς. Ποιὸς ξέρ' ἄν θὰ γυρίσουν.
Σύρε στὴ μαύρη μάννα σου, σύρε καὶ σὺ νὰ δώσῃς
τ' ἀνδρεῖά σου γεράματα, τὸ ἔρμο σου κουφάρι·
καὶ πέσε ν' ἀποκοιμηθῇς. Θ' ἀναστηθῇ τὸ Σοῦλι!