Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

Φυσική Ιστορία

Ο όρος αναφέρεται στην μελέτη των φυτικών και ζωικών οργανισμών που επιτυγχάνεται με την παρατήρηση και την εμπειρική προσέγγισή τους. Συγκαταλέγεται στις Φυσικές Επιστήμες και αποτελεί πρόδρομο των επιστημών της Βιολογίας και της Οικολογίας. Σήμερα, λόγω της τεράστιας διεύρυνσης των επιστημονικών γνώσεων και κατ' επέκταση της ανάγκης για εξειδίκευση, ο όρος έχει εγκαταληφθεί και αντικατασταθεί από τους επιμέρους εξειδικευμένους επιστημονικούς κλάδους της Ζωολογίας, της Βοτανολογίας, της Παλαιοντολογίας, της Οικολογίας και της Βιολογίας.
Σ' αντίθεση με τον σημερινό κατακερματισμό της γνώσης και της τμηματικής θεώρησης των πραγμάτων, στην αρχαιότητα και μέχρι τον 19ο αιώνα ο φυσικός κόσμος αντιμετωπιζόταν ολιστικά, ως ένα σύνολο έμψυχων και άψυχων όντων που συμβιώνουν σε ποικίλα φυσικά περιβάλλοντα και αλληλοεπηρεάζονται. Βέβαια, μέχρι τότε η γνώση για την φύση ήταν περιορισμένη γι' αυτό κι ο κλάδος της Φυσικής Ιστορίας μπορούσε να σταθεί αυτούσιος, χωρίς την ανάγκη εξειδίκευσης.
Οι νατουραλιστές ή φυσιοδίφες ήταν άνθρωποι που μελετούσαν την φύση, παρατηρούσαν τα διάφορα είδη ζώων και φυτών και κατέληγαν σε διάφορα συμπεράσματα σχετικά με την φυσιολογία, τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες των ειδών, τα οποία συνήθως συνόδευαν με σκίτσα και ζωγραφιές.

Οι απαρχές της Φυσικής Ιστορίας βρίσκονται στην αρχαία ελληνική σκέψη με πρώτο "εκπρόσωπό" της τον Αριστοτέλη (384 π.Χ.), ο οποίος με το έργο του "Βιολογικά" θεμελίωσε την φυσική επιστήμη και την ανατομία των ζώων και των φυτών. Ο Ιπποκράτης (460 π.Χ.), ο πατέρας της συστηματικής Ιατρικής, καταγράφει περίπου 400 είδη βοτάνων προσεγγίζοντάς τα από την θεραπευτική τους πλευρά· ο Θεόφραστος (372 π.Χ.) ως γνήσιος φυσιοδίφης ασχολείται εκτεταμένα με την Βοτανική και την Ζωολογία, στην οποία συνέβαλε με την κατάταξη των ζώων σε είδη υπό ένα κοινό γένος· στα ελληνιστικά χρόνια, ο Ηρόφιλος (331 π.Χ.) ασχολείται με την συγκριτική ανατομία ανθρώπινων και ζωικών πτωμάτων. Κατά την ρωμαϊκή περίοδο, ο Διοσκουρίδης (25 μ.Χ.) στο έργο του "Περί Ύλης Ιατρικής" - θεμέλιο της Φαρμακολογίας - περιγράφει θεραπευτικά φυτά και φυτικά έλαια, ζωικής προελεύσεως θεραπευτικά προϊόντα, θεραπευτικές ρίζες και συστατικά δένδρων, τα περισσότερα συνοδευόμενα από απεικονίσεις τους. Σπουδαία ήταν η συμβολή της εγκυκλοπαίδειας του Πλίνιου του Πρεσβυτέρου (23 μ.Χ.), Naturalis Historia, η οποία συγκεντρώνει όλη την αρχαία γνώση για την φύση, τα μαθηματικά και την αστρονομία, την τέχνη, αλλά και την τεχνολογία - αποτέλεσε το μοντέλο πάνω στο οποίο στηρίχτηκαν όλες οι μεταγενέστερες εγκυκλοπαίδειες.
Πέραν, όμως, αυτών των επιστημονικών ενασχολήσεων, η Φυσική Ιστορία συνδέθηκε - και ίσως εμπνεύσθηκε - με την Φυσική Φιλοσοφία, εκπρόσωποι της οποίας ήταν οι Προσωκρατικοί, οι οποίοι προσπαθούσαν μέσα από την μελέτη της φύσης να προσεγγίσουν και να γνωρίσουν την Πρώτη Αιτία. Ερευνώντας τους Νόμους της Φύσης κατέληξαν σε διαφορετικές θεωρήσεις της Πρώτης Αρχής : ο Θαλής ο Μιλήσιος θεωρεί ως πρώτη αρχή το Ύδωρ, ο Αναξιμένης τον Αέρα, ο Αναξίμανδρος το Άπειρο, ο Ηράκλειτος το Πυρ και ο Παρμενίδης το Ον. Ο Αναξίμανδρος και ο Αναξιμένης ανέπτυξαν την θεωρία της εξέλιξης των ειδών από την λάσπη και τα ψάρια.




Ενόσω η Μεσαιωνική Ευρώπη μένει στάσιμη στην εξέλιξη της Φυσικής Ιστορίας, τα ηνία παίρνουν οι Άραβες λόγιοι με σημαντικότερους τον Al-Jahiz - ο οποίος στο έργο του "Το βιβλίο των Ζώων" περιγράφει 350 είδη ζώων, αναπτύσσει μια πρώιμη θεωρία εξέλιξης των ειδών και κάνει λόγο για τις τροφικές αλυσίδες - και ο βοτανολόγος Abu Hanifa Dinawari, ο οποίος ασχολήθηκε με την εξέλιξη και τον κύκλο της ζωής των φυτών.
Τον 15ο αιώνα, η Φυσική Ιστορία επιστρέφει στην πατρίδα της την Ευρώπη, εν μέρει υπό την αρχική της μορφή, την παρατήρηση με την παράλληλη εξέλιξη της ζωγραφικής απεικόνισης της βιοποικιλότητας και υπό την νέα μορφή της συλλογής εξωτικών φυτικών και ζωικών ειδών. Αυτές οι υλικές και ζωγραφικές συλλογές αποτέλεσαν σπουδαία επιστημονική πηγή για την ανάπτυξη των αντίστοιχων κλάδων και ήταν αυτές που "επάνδρωσαν" τα διάφορα μουσεία φυσικής ιστορίας ανά τον κόσμο.

Στις αρχές του 18ου αιώνα, ο Σουηδός βοτανολόγος Carl Linnaeus (1707), με το έργο του Systema Naturae, συνέβαλε στην ταξινόμηση, στην συστηματοποίηση και στην ονομασία 4,400 ζωικών ειδών και 7,700 φυτικών ειδών. Αντίθετος με την ταξινόμηση αυτή ήταν ο George-Louis Leclerc de Buffon (1707), ο οποίος εισήγαγε μια ιστορία της γης και της βιοποικιλότητας τελείως διαφορετική και αποκομμένη από την αντίστοιχη βιβλική που κυριαρχούσε στην εποχή του· με το έργο του Histoire Naturelle θεμελίωσε την βιογεωγραφία υποστηρίζοντας πως, παρά τις παρόμοιες περιβαλλοντικές συνθήκες που μπορεί να εμφανίζονται σε διάφορες περιοχές ανά τον πλανήτη, διακρίνονται από διαφορετική βιοποικιλότητα, χαρακτηριστική της κάθε περιοχής. Τέλος, ήταν ο πρώτος που ανέφερε την εξελικτική θεωρία των ειδών μετά την επικράτηση του χριστιανισμού και γι' αυτό αφορήστηκε. Σημαντικός φυσιοδίφης ήταν και ο Γάλλος Jean-Baptiste Lamarck (1744), ο οποίος ανέπτυξε την θεωρία της κληρονομικότητας των κύριων χαρακτηριστικών των ειδών. Ήταν ο πρώτος που διατύπωσε μια ολοκληρωμένη θεωρία εξέλιξης των ειδών βασισμένη σε δύο δυνάμεις - την αλχημιστική και την περιβαλλοντική - που ωθούσαν τα είδη στην εξέλιξη και την δημιουργία της βιοποικιλότητας. Τέλος, βασισμένος στις θεωρίες του Lamarck o Δαρβίνος καθιέρωσε την θεωρία της Εξέλιξης των ειδών, αλλά και τις θεωρίες της Ευγονικής και της Φυσικής Επιλογής.









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου