Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Aι Μάγισσαι του Μεσαιώνος (Β' Μέρος)

Εμμανουήλ Ροΐδης


"Αστασία, το όνομά σου είναι γυνή!" εξεφώνει ο μισογύνης Βύρων, εν ώρα ίσως ερωτικής αδημονίας· ημείς δε, ανερευνώντες τα βιβλία των ιστοριογράφων της ανθρωπίνης προόδου, παρ' οις τόσον σπανιώς και μετά τοσαύτης περιφρονήσεως γίνεται μνεία της μαγίσσης, πολλάκις ανέκραξαμεν: "Αχαριστία, το όνομά σου είναι ανήρ!". Και οι μεν ιεροδίκαι του μεσαιώνος, καίοντες την μάγισσαν, ηδύναντο τουλάχιστον να προτείνωσιν ως δικαιολόγημα ότι αποστολήν έχουσιν εν τω κόσμω να σβύνωσι τα φώτα και ν' ανάπτωσι πυράς, οι σήμερον όμως προοδευτικοί φιλόσοφοι, περιφρονούντες αυτήν, ομοιάζουσι βαναύσους οψιπλούτους, αποπτύοντας φιλόστοργον μητέρα, διότι καλύπτουσιν αυτήν ρυτίδες και ενδύματα παλαιά. Τόμον ολόκληρον ηθέλομεν γράψει, αν επεχειρούμεν ν' αποδείξωμεν μέχρι τίνος έφθασε του επιστήμονος η αχαριστία. Εις μίαν μόνην περιοριζόμενοι εκ των επιστημών, την ευγενεστέραν πασών, την θείαν του Ασκληπιού επιστήμην, ίδωμεν τις δύναται να καυχηθή ως διασώσας αυτήν εκ του ναυαγίου της μεσαιωνικής βαρβαρότητας.

Ο Ιησούς εθεράπευε πάσας τας νόσους επιθέτων τας χείρας ή επικαλούμενος το όνομα του ουρανίου Πατρός του, διά δε της επιψαύσεως ή της επικλήσεως ταύτης τυφλοί ανέβλεπον, χωλοί περιεπάτουν και εκλείοντο αι φλέβες της αιμορροούσης. Την αυτήν μέθοδον μετήλθον επιτυχώς και πολλοί των αγίων. Οι δε ιερείς λησμονήσαντες την μεσολαβούσαν θείαν δύναμιν, ενόμισαν εκ τούτων ότι δύνανται ν' απλοποιήσωσι την θεραπευτικήν. Οι αφορισμοί του Ιπποκράτους αφωρίσθησαν, και αι συνταγαί του Γαληνού ερρίφθησαν εις το πυρ, την δε θέσιν τούτων έλαβον τα ραντίσματα, η υδροθεραπευτική δηλ. μέθοδος του δόκτορος Σαγκράδου, με μόνην την διαφοράν ότι το ύδωρ ήτο ηγιασμένον. Οι ρασοφόροι ούτοι ιατροί μετήρχοντο τα επάγγελμά των προ του πυλώνος των εκκλησιών μετά την λειτουργίαν, ένθα οι νοσούντες συνέρρεον ανά πάσαν Κυριακήν σωρηδόν. Και ει μεν εθεραπεύετο ο ασθενής, έσπευδε ν' αναρτήση υπό την εικόνα της Παναγίας ή του επιτοπίου αγίου αργυρούν μνημείον της ευγνωμοσύνης του, αν όμως επέμενεν η νόσος, ο ιερεύς έλεγεν αυτώ την επομένην Κυριακήν : "Ημάρτησας, και ο Κύριος σε τιμωρεί. Υπόμεινον, απόθανε· η Εκκλησία έχει ευχάς και υπέρ των νεκρών". Επίσκοποί τινες, αποδίδοντες πάσαν νόσον εις την επιφοίτησιν των δαιμόνων, εξώρκιζον αυτούς να εξέλθωσιν εκ του σώματος του ασθενούς, αν δε ούτος δεν εθεραπεύετο παραχρήμα, έκαιον αυτόν ζώντα, διατηρήσαντες εκ της επιστήμης του Κώου ιατρού μόνο το "Όσα φάρμακα ουκ ιήται, πυρ ιήται". Άλλος πάλιν καλόγηρος εσκέφθη να μεταχειρισθή προς ραντισμόν αντί ύδατος το ούρον λευκής ημιόνου, αλλ' η ιστορία παρέλειψε να μνημονεύση ποία υπήρξαν τα αποτελέσματα του νεωτερισμού τούτου. Το λυπηρότερον είναι ότι οι τότε άνθρωποι υπετάσσοντο εις ταύτα, υποφέροντες, αποθνήσκοντες και καιόμενοι αγογγύστως. Η φοβερωτέρα των ασθενειών του μεσαιώνος υπήρξεν η εγκαρτέρησις ή μάλλον η σιωπηλή απελπισία, μεθ' ης υπέμενε τας βασάνους, κατά το παράδειγμα του βυζαντινού εκείνου αγίου, όστις οσάκις έπιπτε κατά γης σκώληξ εκ των πληγών του, ελάμβανεν αυτόν και έθετε πάλιν εις τον τόπον του, "ίνα έχει τους πόνους της σαρκός περισσοτέρους και τας αμοιβάς της ψυχής παρομοίως".

Η περίοδος αύτη της ιατρικής επιστήμης διήρκεσεν επί πολύ. Αλλ' ημέραν τινά πτωχή τις χήρα είδε τα τρία τέκνα της καταλαμβανόμενα υπό σπασμώδους βηχός. Τα δύο πρώτα προσαχθέντα εις τον ιερέα, ραντισθέντα δι' αγιάσματος και ποτισθέντα ίσως ούρον ημιόνου, απέθαναν εις τας αγκάλας της. Έμενε το τρίτον, το μόνον επί της γης πλάσμα, όπερ υπελείπετο εις την αγάπην της. Η δύστηνος γυνή, γονυπετής προ της κοιτίδος του φιλτάτου της, επεκαλείτο υπέρ αυτού πάντας τους αγίους του χριστιανικού Παραδείσου. Αλλ' η επάρατος βηξ εξηκολούθει ν' αντηχή απαισίως εις τα ώτα της μητρός. Αναμνησθείσα τότε εν τη απελπισία των αρχαίων αυτής θεών, εξήλθε γυμνόπους της καλύβης εν ώρα μεσονύκτων, και στρέψασα περί αυτήν ανήσυχον βλέμμα συνέλεξεν υπό το φως της μεσουρανούσης Εκάτης άνθη και φύλλα δυσφήμου τινός και δυσόσμου φυτού, από του οποίου οι ποιμένες απεμάκρυνον τας αίγάς των μετά φόβου. Επιστρέψασα οίκαδε, εβύθισε την ύποπτον βοτάνην εις θερμόν ύδωρ, και αναμίξασα μετά μέλιτος προσέφερε το φάρμακον εις το ασθμαίνον τεκνίον. Η βηξ σιώπησε και βαθύς ύπνος έκλεισε τα βλέφαρα του νοσούντος υπό την ενέργειαν του σωτήριου φίλτρου, μετ' ολίγας δε ημέρας το παιδίον έπαιζεν ευθύμως παρά την φλιάν της καλύβης· αλλ' η δυστυχής μήτηρ εσήπετο εις τα υπόγεια του μοναστηρίου. Διάκονός τις ή κωδωνοκρούστης, εξερχόμενος μεσούσης της νυκτός εκ καπηλείου ή κοιτώνος εταίρας, είχε κατασκοπεύσει και καταμηνύσει την δυστυχή ως γόησσαν και φαρμακεύτριαν. Μάτην ανέφερε η ταλαίπωρος προς απολογίαν της τον θάνατον των δύο άλλων τέκνων και τον κίνδυνον του επιζώντος, τους φόβους και την μητρικήν αυτής απελπισίαν. Τα ρασοφόρα θηρία υπήρξαν άκαμπτα· αφού απέκοψαν την ιερόσυλον χείρα και ανά εν συνέτριψαν τα οστά της, έρριψαν έπειτα τον άμορφον, αιμοσταγή αλλά ζώντα έτι και ολολύζοντα ανθρώπινον τούτον όγκον εις την πυράν. Τα πρακτικά των ιεροδικείων αποτελούσι μακράν σειράν τόμων εις φύλλον, και έκαστον φύλλον περιέχει μίαν τοιαύτην ιστορίαν.

Η μάγισσα εκείνη εκάη· αλλά πριν έτι η τέφρα της ψυχρανθή πλείσται μητέρες περιέτρεχον την πεδιάδα, ζητούσαι υπέρ των τέκνων το σωτήριον φυτόν. Οι ιερείς επολυπλασίασαν τας πυρπολήσεις· αλλ' η μητρική αγάπη είναι νόσημα ανιάτον, του οποίου ουδέ το πυρ κατισχύει. Οσάκις βότανον τι απετύγχανεν, εδοκιμάζετο άλλο, και ούτω προώδευεν η επιστήμη. Τα ραντίσματα του ιερέως κατήντησαν μετ' ολίγον να θεωρώνται ως ανώδυνα φάρμακα, χρήσιμα εις μόνους τους υγιαίνοντας, όπως σήμερον τα ύδατα της Βάδης και των Πυρηναίων· το δε αληθές ιατρείον ήτο το άντρον της Μαγίσσης. Η φύσις φιλοστόργως ανερευνωμένη απεκάλυπτεν αυτή νέους καθ' εκάστην θησαυρούς. Η άτροπος, ο υοσκύαμος, η μηκών, το στραμόνιον, η στρύχνος, η ασκληπιάς, τα αντιφάρμακα ταύτα της επιληψίας, της υστερίας, του άσθματος, των σπασμών και των άλλων νευρικών νοσημάτων, άτινα επεκράτουν επιδημικώς κατά τον μεσαιώνα, εκαλούντο μαγοβότανα, διότι μόνη αύτη εγνώριζε την χρήσιν των ευεργετικών τούτων δηλητηρίων, από των οποίων απεστρέφετο σταυροκοπούμενος ο διαβάτης. Ανερευνώντες τα συγγράματα των καθ' ημάς ιατρών, την "Θεραπευτικήν" του Τρουσσώ ή του Bouchardat την Φαρμακολογίαν, πειθόμεθα μετ' απορίας ότι ουδέ κατά κεραίαν διαφέρουσιν αι συνταγαί αυτών από των της Μαγίσσης. Τα υπ' αυτής δρεπόμενα παυσίπονα φυτά, η άτροπος, η μήκων και ο υοσκύαμος είναι και σήμερον τα μόνα κατά των νευρικών νόσων αντίδοτα· ουδέ βήμα περαιτέρω προυχώρησεν η επιστήμη. Οι οπαδοί της "Ομοιοπαθείας" νομίζουσιν ίσως εαυτούς πρωτοτύπους ανακράζοντες το "Όμοια ομοίοις ιάσιμα". Αλλά πολλούς αιώνας προ του Αννεμάνου και του Σπερίνου εθεράπευεν η Μάγισσα την μανίαν δια της μανικής στρύχνου και τους ριγούντας δια ψυχρολουσίας. Εσπέραν τινά τρεις μάγισσαι, θέλουσαι να γνωρίσωσι πού του σώματος ενεφώλευεν η μαστίζουσα το χωρίον επιδημία, υπερέβησαν νύκτωρ τα τείχη νεκροταφείου, και εκθάψασαι ανέτεμον πτώμα. Αι αισχραί τυμβωρύχοι ετάφησαν ζώσαι, αλλ' αφού εφεύρον την ανατομίαν.

Η Εκκλησία, βλέπουσα την επιρροήν αυτής καθ' εκάστην ελαττουμένην, εδιπλασίαζε την αυστηρότητα των απαγορεύσεων. Μη αρκουμένη πλέον εις την καταδίκην της ηδονής και παρ' αυτοίς τοις συζύγοις, επεχείρησεν, ίνα έτι μάλλον ταπεινώση την σάρκα, να προγράψη και αυτήν την καθαριότητα, διότι η γυμνότης του λουτρού εμπνέει πολλάκις λογισμούς ασυμβιβάστους προς την αγνότητα. Ούτω ουδέ να πλύνηται εσυγχωρείτο πλέον εις τον ευσεβή χριστιανόν. Τα συναξάρια, προ πάντων τα βυζαντινά, βρίθουσιν αγίων, οίτινες ουδέποτε ήλλασσον υποκάμισον, ούδ' ένιπτον το πρόσωπον ή τας χείρας και έτι ολιγώτερον το λοιπόν σώμα. Η διπλή αυτή προγραφή της απολάυσεως και της καθαριότητος, φλογίζουσα το αίμα και φράσσουσα του σώματος τους πόρους, προσέθηκεν εις τα των νεύρων και του δέρματος τα βδελυρά νοσήματα. Η τυραννουμένη σαρξ εξεδήλωνε δι' εκρήξεων παντοίων τας οδύνας της. Τα έλκη, οι λειχήνες, ο έρπης και η λέπρα επεκράτουν επιδημικώς. Επί δύο ολοκλήρους αιώνας οι πρόγονοι ημών εξέοντο αδιακόπως· πολλοί δε αυτών, κατεχόμενοι συγχρόνως υπό λέπρας και επιληψίας, ελάμβανον αλλήλους εκ της χειρός, εσχημάτιζον πολύκρικον ανθρωπίνην άλυσον, και οιστρηλατούμενοι υπό της απελπισίας εστρέφοντο, εστρέφοντο μέχρις ου κατέπτιπτον ημιθανείς. Το φάρμακον, όπερ εφεύρον οι ιερείς κατά της νέας ταύτης πληγής, ήτο απλούστατον. Συνελάμβανον αθρόους τους λεπρούς, ανήρτων εις τον λαιμόν των κρόταλα ηχηρά, ίνα απομακρύνωνται απ' αυτών οι διαβάται, και ούτω μεραμορφώσαντες τους δυστυχείς εις όφεις κροταλίας, αντικείμενον τρόμου και βδελυγμίας, απήλαυνον αυτούς διά μαστιγώσεων εκ των πόλεων και χωρίων, απαγορεύοντες επί ποινή θανάτου να πλησιάσωσιν εις τόπον κατωκημένον. Μόνη η Μάγισσα, άστεγος κακείνη και προγεγραμμένη, ετόλμα να τείνη την χείρα εις τους αθλίους· και καθώς είχεν ανεύρει την άτροπον και τον υοσκύαμον υπέρ των νευραλγούντων, ούτω συνέλεξε και υπέρ των ηλκωμένων την σμίλακα, το γλυκύπικρον και την ακαλήφην, άτινα κατεπράυναν τους φρικώδεις κνισμούς του μεσαιώνος. Αλλά προς τι ηθέλομεν πολυπλασιάσει τας μαρτυρίας, αφού ο μέγιστος ή μάλλον ο μόνος τότε ιατρός, αυτός ο Παράκελσος, ομολογεί ότι καύσας και των Εβραίων και των Αράβων τα βιβλία εδιδάχθη την ιατρικών υπό των "καλών γυναικών", ως ήρχιζεν ήδη να ονομάζη τας μαγίσσας ο λαός ευγνωμονών ;


William Waterhouse - The Sorceress


Εν τη κοιλάδι ταύτη των δακρύων, ως ωνόμασαν οι θεολόγοι τον κόσμον, ουδέ βήμα δύναται η ανθρωπότης να βαδίση επί τα πρόσω, χωρίς να σχίση τας σάρκας της εις τας ακάνθας της εισέτι απατήτου οδού. Ο μεσαιών υπήρξεν εποχή στασιμότητος και ανανδρίας, ην ο άνθρωπος διήλθε λησμονών το παρελθόν, υπομένων το παρόν και ούδε βήμα τολμών να προχωρήση εις προϋπάντησιν μέλλοντος αισιώτερου. Μόνη η μάγισσα ούτε την παρελθούσαν δόξαν ηδύνατο να λησμονήση, ούτε ακίνητος να περιμένη, αλλά προυχώρει πάντοτε, στρέφουσα εκ διαλειμμάτων προς τα όπισθεν το βλέμμα, ίνα εκ των αναμνήσεών της αντλήση θάρρος προς εξακολούθησιν της ολισθηράς πορείας. Η Εκκλησία είχεν εγγράψει επί της σημαίας της την λέξιν "Ακινησία", η δε Μάγισσα ύψωσεν αντάρτιδα σημαίαν, εφ' ης ανεγινώσκετο η λέξις "Εμπρός". Επί πολλούς αιώνας ο κλήρος ενίκα, και, κατά την συνήθειαν των αγρίων της Αμερικής, έκαιε τους αιχμαλώτους. Αλλά μετά πάσαν νίκην ησθάνετο τας δυνάμεις αυτού ελαττουμένας· βαθμηδόν δε τοσούτον ηραίωσαν τας τάξεις του αι λιποταξίαι των αηδιαζόντων την οσμήν των ανθρωπίνων ολοκαυτωμάτων, ώστε ηναγκάσθη να προσέλθη ως άλλος Αννίβας εις το εχθρικόν στρατόπεδον, ζητών την ειρήνην επί αισχραίς συνθήκαις. Οι απόγονοι των ιεροδικαστών ηναγκάσθησαν να τείνωσι την χείρα εις τους επιστήμονας και φιλοσόφους, τα κατηραμένα της μαγίσσης τέκνα. 'Εκτοτε η Εκκλησία μόνον κατ' όνομα υπάρχει. Οι υπ' αυτής προγραφέντες θεοί των εθνών, οι θεοί του φωτός, της φύσεως και της ζωής, ους η μάγισσα είχε ξενίσει και περιθάλψει εν ταις ημέραις του διωγμού, βασιλεύουσι και πάλιν επί της οικουμένης. Ο Ποσειδών ναυπηγεί πλοία, συνδέων τα απέχοντα έθνη εις στενήν αδελφότητα, ο Ήφαιστος πάλλει την βαρείαν σφύράν του, η Αφροδίτη έχει θυσιαστήρια, ο Ερμής διανέμει θησαυρούς, ο Βάκχος πατεί ευθύμως τους ωρίμους βοτρύας και η Δήμητρα ακονίζει άδουσα το δρέπανόν της. Οι χαρμόσυνοι ούτοι ήχοι αγγέλουσιν ότι ο άνθρωπος, ιαθείς τέλος πάντων της φοβεράς νόσου του μεσαιώνος, της υπερφυσικής μονομανίας, έπαυσεν θεωρών την φύσιν ως σατανικής, εαυτόν ως διεστραμμένον, την απόλαυσιν αμαρτίαν και τας ορέξεις του ως δαίμονας ακαθάρτους, αλλ' απ' εναντίας πάντα ταύτα θεοποιεί και πάλιν. Ο σήμερον άνθρωπος κατ' ουδέν, πλην του ονόματος, διεφέρει του πάλαι ειδωλολάτρου. Καθώς εκείνος, στρέφει ερωτευμένον προς την φύσιν βλέμμα, περιέργως τους νόμους αυτής ανερευνών και εκ της μελέτης ταύτης αρυόμενος τέχνας και επιστήμας προς αύξησιν της ευζωίας του. Αν φιλόσοφος τις αρχαίος, ο Επίκουρος ή ο Αριστοτέλης, ανίστατο σήμερον εκ νεκρών, ήθελεν ευρεθή εν μέσω κύκλου συμπαθούς, θλίβοντος τας χείράς του και συμμεριζομένου τα αισθήματα και τας ιδέας του· αλλ' αν επανήρχετο επί γης γνήσιός τις αντιπρόσωπος του μεσαιώνος, Ιωάννης ο Νηστευτής ή Συμεών ο Στυλίτης, κηρύττων τον κατά της σαρκός και της φύσεως πόλεμον, καταδικάζων την απόλαυσιν και την επιστήμην και κράζων αδιακόπως "Μακάριοι οι πεινώντες, μακάριοι οι κλαίοντες, μακάριοι οι μισούμενοι υπό των ανθρώπων", ο τοιούτος ούτε επί των κορυφών του Αγ. Όρους ούτε εις τας ερήμους της Θηβαΐδος ή τα σπήλαια της σκήτης ήθελεν εύρει οπαδούς. Ο σήμερον αιών, αντί να μακαρίζη τους κλαίοντας και πεινώντας, ζητεί απ' εναντίας να εξαλείψη από του προσώπου της γης ως κακά πράγματα τα δάκρυα και την πείναν.

Πάντες οι ευεργέται της ανθρωπότητος αντημείφθησαν ζώντες δι' αχαριστίας. Τα σπλάγχνα του Προμηθέως παρεδόθησαν εις τους γύπας, ο Σωκράτης εγεύθη το κώνειον και ο Γαλιλαίος τον πικρόν άρτον της ειρκτής. Αλλ' εις τούτους ανήγειρεν η ιστορία αθάνατα μαυσωλεία, προ των οποίων η ανθρωπότης γονυπετεί καθ' εκάστην ευγνωμονούσα. Μόνην την μάγισσαν καταδιώκει και θανούσαν η αχαριστία. Αντί αγάλματος οι σήμερον σοφοί, οι εκ της τέφρας αυτής γεννηθέντες και αντί γάλακτος το αίμά της θηλάσαντες, έστησαν επί του τάφου της αισχράν γελοιογραφίαν. Κατά της αδικίας ταύτης διαμαρτυρόμενοι, ερρίψαμεν ημείς εν άνθος επί του ακλαύστου μνήματος της σωτείρας του πολιτισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου