Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Ιέραξ (Falco)

Το Γεράκι (Ιέραξ), είναι αρπαχτικό ημερόβιο πουλί της οικογένειας των ιερακιδών, τάξη ιερακόμορφα. Η οικογένεια περιλαμβάνει περίπου 60 είδη. Το πιο γνωστό και πιο διαδεδομένο είδος είναι ο Ιέραξ ο γνήσιος Falco tinunculus, κοινώς Κιρκινέζι του βράχου. Με την γενική ονομασία Γεράκι εννοείται οποιοδήποτε από τα είδη του αρπακτικού ημερόβιου πτηνού του γένους Falco. Η λέξη προέρχεται από τη Λατινική falco, σχετική με την επίσης Λατινική falx («δρεπάνι»), εξαιτίας του σχήματος των φτερών του πτηνού.

Μερικά είδη είναι:
• Ιέραξ ο ερυθρωπός (Falco vespertinus) κοινώς Μαύρο κιρκινέζι. Είναι από τα πιο όμορφα γεράκια. Τρέφεται με έντομα. Ζει στην Ν Ευρώπη.
• Ιέραξ ο οξύπτερος (Falco eleonorae), κοινώς γεράκι της Ελεονόρας ή μαύρος πετρίτης. Το σώμα του έχει μήκος 45 εκ και η ουρά του 20 εκ. Ζει στα νησιά και στις ορεινές περιοχές γύρω από την Μεσόγειο.
• Ιέραξ ο κορυδαλλοφάγος (Falco subbuteo), κοινώς ξεφτέρι. Πετά καλύτερα και ταχύτερα από όλα τα γεράκια και κυνηγά ακόμα και χελιδόνια, κορυδαλλούς κτλ. Ζει στην Ευρώπη, στην Ασία και Β.Δ. Αφρική.
• Ιέραξ ο μεταναστευτικός (falco peregrines), κοινώς πετρίτης. Ζει σε όλο τον κόσμο εκτός από την αρκτική. Πετά πολύ γρήγορα και συλλαμβάνει περιστέρια, πέρδικες, πάπιες, γλάρους, χελιδόνια κτλ.
• Ιέραξ ο ερυθρόνωτος (falco naumanni) κοινώς κιρκινέζι. Απαντάται στην Φινλανδία, στη Σουηδία, στην Αυστρία, στην Γαλλία, στη Βρετανία και στην Ελλάδα.
• Ιέραξ ο ιερός (falco cherrug) ζει στη Βουλγαρία, στη Ρουμάνια και στην Α. Τουρκία.
• Ιέραξ ο νάνος (falco columbarius). Ζει στις τούνδρες και στα δάση της Ευρώπης, της Ασίας και της Β. Αμερικής.

Το σώμα του είναι επίμηκες, εύρωστο και φτάνει σε μήκος τα 33-35 εκατοστά. Η ουρά του είναι λεπτή και έχει μήκος περίπου 24 εκατοστά. Οι φτερούγες του είναι μακριές και μυτερές έτσι εξασφαλίζει ένα ελαφρύ και γρήγορο πέταγμα. Το κεφάλι του, ο λαιμός του και η ουρά του είναι γκριζωπά, ενώ η ράχη του είναι καστανόχρωμη. Το κάτω μέρος του λαιμού του, το στήθος και η κοιλιά του έχουν άσπρο ή πολύ ανοιχτό κίτρινο χρώμα. Τα πόδια του είναι κίτρινα, κοντά και καλύπτονται από φτερά. Τα δάχτυλα του φέρουν γαμψά και δυνατά νύχια. Το χρώμα του ράμφους του είναι καστανοκίτρινο και είναι κοντό, γαμψό και δυνατό έτσι ώστε να κόβει και να σκίζει τη λεία του. Στο επάνω ράμφος των γερακιών υπάρχει καλύτερη οδόντωση που τα βοηθά να σκοτώνουν αμέσως το θύμα τους καθώς και να τεμαχίζουν τα θύματά τους πολύ γρήγορα. Τρέφεται με ποντίκια, μικρά πουλιά και έντομα.

Όπως όλα τα αρπακτικά έτσι και τα γεράκια στέκονται στον αέρα και στριφογυρνάνε αργά χρησιμοποιώντας τα θερμά ανοδικά ρεύματα του αέρα. Οι μεγάλες και πλατιές φτερούγες τους αυξάνουν την επιφάνεια του σώματός τους, βοηθώντας τα να πετούν για πολλές ώρες χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Με αυτόν τον τρόπο εξοικονομούν ενέργεια.

Κυνηγούν στον αέρα με όπλα τους την ταχύτητα και την όραση τους. Διαθέτουν από 8 έως 10 φορές περισσότερα οπτικά κύτταρα ανά τετραγωνικό χιλιοστό από τον άνθρωπο κάτι που τους εξασφαλίζει ισχυρότερη όραση από όλα τα θηλαστικά. Βλέπουν τρισδιάστατα σε μεγάλο οπτικό πεδίο. Οι οφθαλμοί τους βρίσκονται τοποθετημένοι αρκετά μπροστά στο κρανίο τους και έτσι μπορούν να βλέπουν καλύτερα, με μεγάλη γωνία κλίσης. Την λεία τους την εντοπίζουν από μεγάλο ύψος. Το μάτι τους είναι κάτι ανάλογο με τον ζουμ στις κάμερες. Εστιάζουν πάνω στην λεία τους και εφορμούν κατά πάνω της με απίστευτη ταχύτητα, πάνω από 300 χλμ/ώρα, χτυπώντας την με το στήθος τους πριν τη συλλάβουν με τα γαμψά τους νύχια.

Τα γεράκια συνήθως δεν κατασκευάζουν φωλιές, απλά εγκαθίσταται σε παλιές φωλιές άλλων πτηνών ή μέσα σε τρύπες σε απόκρημνους βράχους. Το θηλυκό γεννά 2-6 αυγά που είναι σχεδόν κοκκινωπά με σκούρα στίγματα. Επωάζει τα αυγά για περίπου 28-30 μέρες. Οι δυο γονείς μαζί αναλαμβάνουν να αναθρέψουν τους νεοσσούς και να τους εκπαιδεύσουν στην αναζήτηση λείας. Τα μικρά εξαρτώνται από τους γονείς τους για 3-8 εβδομάδες. Ώσπου να γίνουν τα μικρά ανεξάρτητα το αρσενικό εφοδιάζει με τροφή όλη την οικογένεια, ενώ το θηλυκό προσέχει τα μικρά.
Ζουν σε όλη την Ευρώπη και την Ασία, εκτός από την αρκτική, καθώς και σε πολλά μέρη της Αφρικής όπου καταφεύγουν για να περάσουν τους δύσκολους χειμώνες. Μπορεί όμως να διαχειμάσουν ακόμη και στην Β. Ευρώπη. Στην Ελλάδα απαντούν ως επιδημητικά πουλιά στην Στερεά Ελλάδα, στην Πελοπόννησο και στα νησιά.

Επιχειρούν μικρές μεταναστεύσεις την άνοιξη και το φθινόπωρο και μονό τότε συγκεντρώνονται σε ομάδες. Θεωρούνται ωφέλιμα για τη γεωργία επειδή μερικά τρέφονται με έντομα.

Ευρέως διαδεδομένη στην αρχαιότητα ήταν η ιερακοθηρία. Τα γεράκια εκπαιδεύονταν να κυνηγούν άλλα πουλιά, ιδίως φασιανούς και ερωδιούς. Τα είδη που χρησιμοποιούσαν ήταν κυρίως οι κυνηκογέρακες, οι ασπρογέρακες, χρυσογέρακες και οι πετρίτες. Η προέλευση αυτού τους είδους κυνηγιού χάνεται στα βάθη της αρχαιότητος. Οι Κινέζοι και οι Μογγόλοι κυνηγούσαν με γεράκια τουλάχιστον είκοσι τρεις αιώνες πριν αυτό το θαυμάσιο άθλημα έρθει στην Ευρώπη.. Στην Ευρώπη το κυνήγι με τα γεράκια εξασκούταν από τους Νότιους λαούς κι από τους Σικελούς , ενώ από τους Ρωμαίους μόνο γύρω στο 300 μ.Χ.. Στους αρχαίους Έλληνες ήταν γνωστό λόγο του εμπορίου και της επαφής με τους Ασιατικούς λαούς και τους Θράκες – ο Αριστοτέλης αναφέρεται στο κυνήγι με την βοήθεια των γερακιών στο Περί ζώων ιστορίαι : «στην περιοχή της Θράκης, που κάποτε ονομαζόταν Kεδρίπολη, οι άνθρωποι κυνηγούν τα μικρά πουλιά στους βάλτους με τη βοήθεια γερακιών. Oι άνθρωποι κρατούν ξύλα και χτυπούν τα καλάμια και τα χαμόκλαδα για να κάνουν τα πουλάκια να πετάξουν και τα γεράκια εμφανίζονται από πάνω τους και τα καταδιώκουν. Aπό το φόβο τους τα πουλάκια πετούν πάλι προς τη γη· οι άνθρωποι τα χτυπούν με τα ξύλα και τα πιάνουν και δίνουν στα γεράκια μερτικό, τους ρίχνουν δηλαδή μερικά από τα πουλιά, και τα γεράκια τα πιάνουν».

Η βασική του καταγωγή όμως είναι από την Ανατολή και στα μακρινά στεπώδη και βουνίσια εδάφη της Ασίας. Στην κεντρική Ευρώπη άρχισε να ασκείται από την αρχή του Μεσαίωνα, αλλά γνώρισε την κορύφωση της δόξας του στην εποχή του Λουδοβίκου ΧΙΙΙ, οπότε έκριναν την αξία και τα προτερήματα ενός αριστοκράτη από το πόσο σπουδαία ήταν τα πουλιά του!
Σήμερα η ιερακοθηρία εξασκείται κυρίως στις αραβικές χώρες, και στις Δημοκρατίες της Kεντρικής Aσίας (π.χ. Kαζακστάν) κι ο όρος χρησιμοποιείται όχι μόνο για την εκπαίδευση και το κυνήγι με γεράκια, αλλά και με αητούς κι άλλα αρπακτικά πτηνά.
H εκπαίδευση του γερακιού δεν είναι εύκολη υπόθεση και γίνεται συνήθως από γνώστες του αντικειμένου ή υπό την καθοδήγήσή τους. Πρώτο μέλημα είναι να συνηθίσει το πτηνό την επαφή με τον άνθρωπο και στην συνέχεια να εκπαιδευτεί ως κυνηγός (με την μέθοδο του σπάγγου και κατόπιν ελεύθερο), πράγμα που επιτυγχάνεται με τροφή/αμοιβή κι υπομονή.



Στην Ιλιάδα, επιθέσεις και οπισθοχωρήσεις θεών και ανθρώπων παρομοιάζονται, ως προς την ταχύτητα τους, με αυτήν του γερακιού όταν κυνηγάει και επιτίθεται κατά των θηραμάτων του. Στην Οδύσσεια αναφέρεται ότι οι Έλληνες έμαθαν πολλά για την ιερακοθηρία από τους Τρώες κατά την διάρκεια του τρωικού πολέμου. Στον μύθο του Αισώπου, το γεράκι εμφανίζεται ως ένα πονηρό πτηνό, το οποίο αποκτά την εμπιστοσύνη των αγαθών περιστεριών, με αποτέλεσμα τα τελευταία να γίνουν λεία του.

Στην αιγυπτιακή μυθολογία ο θεός Ώρος απεικονιζόταν ως γεράκι ή άνθρωπος με κεφάλι γερακιού. Η αιγυπτιακή λέξη για το γεράκι ήταν χορ, ομόηχη μιας άλλης, που σημαίνει «ουρανός»· επειδή το γεράκι πετά σε μεγάλα ύψη, φαντάζονταν τον ουρανό ως θεϊκό γεράκι, τον δε Ήλιο και την Σελήνη ως τα μάτια του. Το γεγονός ότι το γεράκι απεικονίζεται ακόμη και σε προϊστορικά μνημεία στην αρχαία Αίγυπτο, οδηγεί στην υπόθεση μιας λατρείας με πολλούς και ιδιαίτερα ισχυρούς πιστούς· Από τα πολύ αρχαία χρόνια θεωρείτο ως το κατ' εξοχήν θεϊκό πτηνό ενώ το ιερογλυφικό το οποίο αντιστοιχεί στην έννοια «θεός», είναι ένα γεράκι που κάθεται πάνω σε ένα ξύλο.
Σε όλες τις περιοχές στις οποίες εγκαταστάθηκαν μόνιμα οι πιστοί του γερακιού, λατρεύτηκε ο Ώρος. Ο ρόλος, όμως, αυτού του θεού και τα σύμβολά του διαφοροποιήθηκαν στα κατά τόπους ιερά με την πάροδο του χρόνου, σε τέτοιο βαθμό, ώστε στο αιγυπτιακό πάνθεο υπάρχουν περίπου δεκαπέντε διακριτοί Ώροι, από τους οποίους κυριότεροι ήταν ο Χαρβέρ, Χαρόερις ή Αρούηρις στην ελληνική μεταγραφή του και τα υπόλοιπα, ηλιακού χαρακτήρα, γεράκια όπως ο Ώρος της Μπεχεντέτ και ο Ώρος, ο γιος της Ίσιδος, ο οποίος σύμφωνα με τον μύθο του Όσιρι, εκδικήθηκε τον φόνο του πατέρα του.
Τα κείμενα των Πυραμίδων τον παρουσιάζουν ως γιο του Ρα και αδελφό του Σετ. Η αιώνια αντίθεση μεταξύ ερέβους και φωτός συμβολίζεται με αιώνιες συγκρούσεις, κατά τις οποίες ο μεν Σετ έβγαλε το ένα μάτι του Ώρου, ενώ ο δεύτερος ευνούχισε τον αμείλικτο εχθρό του. Το δικαστήριο των θεών έλυσε την διαφορά υπέρ του θεού γερακιού, ο οποίος, από το τέλος της δεύτερης δυναστείας εμφανίζεται μόνος και αποκλειστικός θεϊκός πρόγονος των Φαραώ, στο πρωτόκολλο των οποίων αναφέρεται με την επωνυμία Χορ Νουμπτί, «Ώρος, ο νικητής του Σετ».

Τα γεράκια χρησιμοποιούνται και από την Πολεμική Αεροπορία, απομακρύνοντας πτηνά που δυσχεραίνουν το έργο των πιλότων, λόγω προσκρούσεων τους σε αεροσκάφη, κίνδυνος που αυξάνει ολοένα λόγω της μαζικής μετακίνησης των πουλιών, εξαιτίας των κλιματολογικών αλλαγών. Κάθε γεράκι εκτελεί καθημερινά 4-5 ολιγόλεπτες πτήσεις γύρω από τον γερακάρη – υπαξιωματικό της Π.Α. και σε ακτίνα τέτοια ώστε να υπάρχει οπτικοακουστική επαφή. Η χρησιμοποίησή τους είχε άμεσα αποτελέσματα, καθώς μέσα σε έναν μήνα διαπιστώθηκε σημαντική μείωση συγκέντρωσης πτηνών γύρω από τα αεροδρόμιο· κι αυτό γιατί πλέον τα πτηνά της ευρύτερης περιοχής γνωρίζουν ότι η διέλευσή τους από το αεροδρόμιο είναι πολύ επικίνδυνη λόγω των εκπαιδευμένων γερακιών τα οποία και μόνο με την εκτέλεση ελιγμών τους προκαλούν ανησυχία, με αποτέλεσμα να απομακρύνονται από την περιοχή. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας ο δείκτης προσκρούσεων πτηνών εντός του αεροδρομίου έχει σχεδόν μηδενιστεί (από 8 συμβάντα το 2000 μόλις ένα το 2010).


Ο ΚΙΤΖΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΕΡΑΚΙ - Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Σ' ἕνα κοντρὶ θεόχτιστο κάθεται διπλοπόδι
ἕνας γεροπαλλήκαρος, ὁ Κίτζος ὁ Σουλιώτης.
Ἔχει τὴν τρίχα κάτασπρη σὰν τὴν κορφὴ τοῦ Πίνδου.
Πόσαις ἀντάραις καὶ χιονιαῖς τ' ἀσπρίσαν τὸ κεφάλι!
Μὲ τὤνα χέρι ἐχάϊδευε ὁλόχρυσα πιστόλια,
μὲ τἄλλο χέρι του ἔστριφεν ἄσπρο, μακρὺ μουστάκι.
Ἐμπρὸς στὴ φουστανέλλα του κοίτεται ξαπλωμένο
ἕνα μιλλιόνι ξακουστό, πἄστραφτε σὰν ἀστερι.
Σὰν ὄχεντρα φαρμακερή, ποὺ καρτερεῖ νὰ κρούξῃ,
ἔδειχνε τὸ κεφάλι του τὸ δαμασκὶ σπαθί του,
κουλουριασμένο κι' ἄγρυπνο κρυμμένο στὴ φλοκάτη.
Ὤχ! νἄμουνα μὲς τὴν καρδιὰ τοῦ Κίτζου τοῦ Σουλιώτη,
νὰ μέτραγα τοὺς χτύπους της, νἄνιωθα τὴ λαχτάρα!

Τὰ μάτια του κατάμαυρα, στὴν Κιάφα καρφωμένα,
βράζουνε μὲς τὸ δάκρυ τους καὶ στάζουνε φαρμάκι.
Ἐκύτταζε κ' ἐκύτταζε! Τὸ αἷμ' ἀπ' τὴν καρδιά του
σὰν ἄγριο κῦμα χύνεται, τὰ στήθια του πλακώνει.
Ἐφούσκωσαν οἱ φλέβες του σὰ φείδια στὸ λαιμό του,
καὶ λὲς θὰ τόνε πνίξουνε. Μὲ μιᾶς ἀναστενάζει...
Τὶ στεναγμὸς ἦταν ἐκειός· ξυπνᾷ καὶ πεθαμένους!

Ἕνα γεράκι διάβαινε ψηλὰ ψηλὰ στ' ἀγέρι
καὶ σταματάει τὸ φτερὸ καὶ κάθεται μπροστά του.

- Κίτσο Σουλιώτη, ἐδιάβαινα, ἐπήγαινα στὴ Δύσι,
καὶ σἄκουσα ποὺ στέναξες κ' ἦρθα νὰ σὲ ρωτήσω.
Πές μου καὶ σὺ τὸν πόνο σου, πὲς μου τὴν δυστυχιά σου.
Πουλὶ δὲν εἶμαι τῆς χαρᾶς, εἶμαι πουλὶ θανάτου.

- Πέτα, γεράκι, διάβαινε. Ἐσὺ ψηλὰ στὰ γνέφη
ἔχεις φτερὰ τὴν ἀστραπή, φωτιὰ τ' ἀστροπελέκι,
καὶ δὲ γνωρίζεις σίδερα καὶ δὲ φοβᾶσαι ἀφέντη.
Πέτα, γεράκι, διάβαινε, κι' ἄν πᾷς πέρα στὴ Δύσι,
καὶ δὲν σοῦ κόψουν τὰ φτερὰ καὶ κόψουνε τὰ νύχια
πὲς τους πὼς μ' ηὗρες μοναχὸ ποὺ κύτταζα τὸ Σοῦλι,
ποὺ κύτταζα τὴ στάχτη του κ' ἔκλαιγα τὴν ἐρμιά του.

- Οἱ πεθαμένοι θὰ σκωθοῦν στὴν ἄλλη παρουσία,
τώρα γυρεύω ζωντανούς. Τρέχα, Σουλιώτη, τρέχα.
Ἡ μάνα μας ἐξύπνησεν ἀπ' τὸν βαθύν της ὕπνο
καὶ μέσ' Ἀπὸ τὸ μνῆμά της φωνάζει στὰ παιδιά της
τὸ χέρι νὰ τῆς δώσουνε τὴν πλάκα νὰ σηκώσῃ.
Πέταξε, ἀνέβα στὰ βουνά, ν' ἀκουρμαστῇς, ν' ἀκούσῃς,
νὰ ἰδῇς τὴ νεκρανάσταση, νὰ ζεσταθῇ ἡ καρδιά σου.

- Ἔχεις ἀνθρώπινη λαλιὰ καὶ δὲ μοῦ λὲς ποιός εἶσαι;
- Κίτσο Σουλιώτη, πίστεψε, εἶμ' ἡ ψυχὴ τοῦ Ρήγα.
- Ἡ Δύση σὲ παράδψκε καὶ σὺ στὴ Δύση τρέχεις;
- Σὰ ἰδῇ πῶς μὲ σταυρώσανε κ' ἡ Δύση θὰ πιστέψῃ.

Χτυπάει, ἀνοίγει τὰ φτερά, χάνεται τὸ γεράκι.
Ἐμβῆκε μὲς τὰ σύγνεφα, διαβαίν' ἀπὸ τὴν Πάργα
καὶ χαμηλώνει τὰ φτερὰ νὰ ἰδῇ τὴ σταύρωσή της.
Τὴν εἰδε κι' ἀνατρίχασε, ἐσπάραξ' ἡ καρδιά του!
Τὸ φονικὸ τἀνέλπιστο τοῦ τὤχαν μαρτυρήσει
κ' ἐκεῖνος δὲν τὸ πίστεψε κ' ἦλθε νὰ ἰδῇ τὸ μνῆμα.
Ἁρπάζει μὲς τὰ νύχια του τῆς κιτριᾶς τὰ φύλλα
τ' ἀγκάλιασε σὰν ὀρφανά, σὰν τὰ παιδιὰ τῆς Πάργας,
κ' ἐπήγανε στὴν ξενιτειὰ νὰ κλάψουν τὸν καϋμό τους.

Σουλιώτη, μὴ τοὺς καρτερεῖς. Ποιὸς ξέρ' ἄν θὰ γυρίσουν.
Σύρε στὴ μαύρη μάννα σου, σύρε καὶ σὺ νὰ δώσῃς
τ' ἀνδρεῖά σου γεράματα, τὸ ἔρμο σου κουφάρι·
καὶ πέσε ν' ἀποκοιμηθῇς. Θ' ἀναστηθῇ τὸ Σοῦλι!














1 σχόλιο: